Η Μύγα Θυμάται… Μαρσέλ Προυστ

Η αναζήτηση του χαμένου χρόνου, αναμφίβολα έρχεται σε αντίθεση με τον ίδιο τον δημιουργό της μέσα από μια εσωτερική διαύγεια αναγκών και εσωτερικών περιπλανήσεων, στα αιώνια ερωτήματα που χτίζουν τα πιο περίπλοκα ζητήματα, με αποτέλεσμα το πέρας του χρόνου να γίνεται ένας κερδισμένος οιωνός, στην καταμέτρηση των λέξεων.

«Όπως πολλοί διανοούμενοι, ήταν ανίκανος να διατυπώσει ένα απλό πράγμα με απλό τρόπο».

Ο Μαρσέλ Προυστ, γεννιέται σαν σήμερα, στις 10 Ιουλίου του 1871, έτοιμος να διασχίσει το αμέτρητο χιλιομετρικό ανήφορο της διανόησης και της καταγραφής ενός εσωτερικού κόσμου, που αναζητούσε διαφυγή.  Δύσκολα  αποδεκτός, ανέτρεψε την εικόνα του μέσα από το έργο του καταγράφοντας το συγγραφικό του έργο στα σημαντικότερα της λογοτεχνικής κληρονομιάς.

“Ο έρωτας είναι ένα χτυπητό παράδειγμα για το πόσο μικρή σημασία έχει για μας η πραγματικότητα”.

Με τον δυναμισμό του, το πείσμα του και την σύγκρουση των επιθυμιών του, κατάφερε να εισχωρήσει βαθιά μέσα σε μια φιλοσοφική αναζήτηση, αποστρέφοντας τον εαυτό του απέναντι σε κάθε εμπόδιο της λογοτεχνικής του εμμονής.

Η ιδιαίτερη προσωπικότητα του Προυστ – κλειστή, μοναχική, ευαίσθητη – αφήνει μέσα από το συνολικό του έργο μερικές από τις πιο σοβαρές διατυπώσεις για τον έρωτα – άλλες τρυφερές, άλλες κυνικές, όλες ειλικρινείς – που μπορούν να λειτουργήσουν και σαν χάρτης για το πιο σημαντικό, αλλά στο σήμερα και πιο δύσκολο κομμάτι της ανθρώπινης ζωής.

“Αφήστε μας να είμαστε ευγνώμονες στους ανθρώπους που μας έκαναν ευτυχισμένους. Είναι οι γοητευτικοί κηπουροί που κάνουν τις ψυχές μας να ανθίζουν”. 

Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς. Μερικές φορές, μόλις έσβηνα το κερί, τα μάτια μου έκλειναν τόσο γρήγορα, ώστε δεν πρόφταινα ν’ αναλογιστώ: «Με παίρνει ο ύπνος». Με αυτή τη φράση ο Προυστ ξεκινά το βιβλίο «Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο». Πρόκειται για ένα βιβλίο, έκτασης 3.200 σελίδων,  μοιρασμένο σε 7 τόμους, από τα πιο σημαντικά του 20ου αιώνα.

Μία αυτοβιογραφία με εμφανή την κατάταξη της στα αλληγορικά μυθιστόρημα που έχουν ως γνώμονα τη σημασία της ακούσιας μνήμης και της ενοχής κάθε ανθρώπου. Ο κεντρικός ήρωας ονομάζεται Μαρσέλ και περιγράφει καταστάσεις από την παιδική του ηλικία. Η λήθη των γεγονότων είναι καταλυτική και ο μικρός Μαρσέλ μάχεται να θυμηθεί. Όπως ο Προυστ ακούσια θυμήθηκε μια παιδική ανάμνηση μέσα από την μυρωδιά και τη γεύση ενός μπισκότου με τσάι, έτσι κι ο χαρακτήρας του βιβλίου θυμάται πίνοντας τσάι και τρώγοντας κέικ. Η ιστορία ξετυλίγεται σταδιακά σκιαγραφώντας συμβολικά τη ζωή του Παρισιού και την αναζήτηση του ανθρώπου για ουσιαστικές απαντήσεις στις αναζητήσεις του…

“Οι άνθρωποι που δεν είναι ερωτευμένοι, δεν καταλαβαίνουν πως έναν έξυπνος άντρας μπορεί να υποφέρει πραγματικά από μία συνηθισμένη γυναίκα. Είναι σα να εκπλήσσεσαι που η χολέρα μπορεί να προσβάλλει τους πάντες. Αυτός ο ασήμαντος βάκιλος”

Σκορπισμένος στις λέξεις του, αναγκαίο όχημα για την επικοινωνία με τους ανθρώπους, μοίρασε σκέψεις και συναισθήματα σε κόλες αλληλογραφίες, συνειδητοποιώντας λίγο πριν το τέλος της ζωής του, πως η εσωτερικότητα και η δύναμη της προσωπικότητας του θα  δεχτεί την παρέμβαση τρίτων και θα απλωθεί.

Σε ένα από αυτά τα γράμματα που συνομιλούσε, κατέγραψε την αναγνώριση της αφέλειας του λέγοντας: “Ένα από τα δράματα του τέλους της ζωής του ήταν η ανησυχία και η τύψη για το ότι είχε πάρα πολύ αλληλογραφία.”

– Céleste, θα δείτε, μόλις πεθάνω, όλοι θα δημοσιεύσουν τα γράμματά μου. Έκανα λάθος, έγραψα πάρα πολύ. Πόσο άρρωστος είμαι – και όπως πάντα ήμουν, δεν είχα επαφή με τον κόσμο που γράφω. Αλλά πρέπει να το διευθετήσω. Ναι, πρέπει να διασφαλίσω ότι κανείς δεν έχει το δικαίωμα να δημοσιεύσει όλη αυτή την αλληλογραφία. 

Ο Προυστ δεν διέταξε την αλληλογραφία του με τη δημοσίευση. Οι επιστολές του ήταν πρωτίστως ένας τρόπος επικοινωνίας. Πολλοί από αυτούς είναι ισοδύναμοι με αυτό που σήμερα θα αποτελούσε αντικείμενο τηλεφωνικού ή ηλεκτρονικού μηνύματος. Δεδομένου ότι ο Proust είχε μια πολύ εκλεπτυσμένη αίσθηση ανθρώπινων σχέσεων και πρακτική αίσθηση, οι πιο ασήμαντοι λόγοι, όπως μια πρόσκληση για δείπνο, μπορούν να συνοδεύονται από μακρές και λεπτές διπλωματικές εξηγήσεις.

Ορισμένες επιστολές είναι γεμάτες χιούμορ, άλλοι εκφράζουν βαθιά θλίψη. Ο Προυστ δείχνει τον εαυτό του όπως εμφανίστηκε στους συγχρόνους του: ευαίσθητος και έξυπνος, συχνά συναρπαστικός, μερικές φορές εξευτελιστικός.Ξεκινώντας από τη στιγμή που ο Προυστ αφιερώθηκε στη σύνθεση του μυθιστορήματός του και αφού επέβαλε μακρές περίοδοι φυλάκισης, η αλληλογραφία έγινε ένας τρόπος διατήρησης συναισθηματικών και κοινωνικών δεσμών.

Εφόσον ο Προυστ δεν έχει διατηρήσει ποτέ ένα ημερολόγιο, οι επιστολές του είναι το σημαντικότερο έγγραφο που υπάρχει στη ζωή του και στην καριέρα του ως συγγραφέα.
Μας επιτρέπουν να παρακολουθούμε την εξέλιξη του λογοτεχνικού του έργου και να εντοπίζουμε τις πηγές της έμπνευσης στην πραγματικότητα.
Λόγω της ποικιλίας και του αριθμού των παραληπτών, η αλληλογραφία του Proust αποτελεί επίσης μια θαυμάσια πηγή τεκμηρίωσης για την παρισινή κοινωνία και τον γαλλικό πολιτισμό στις αρχές του αιώνα. Μεταξύ άλλων τρέχοντα ζητήματα, υπάρχουν προκάλεσε η υπόθεση Ντρέιφους, η δίκη του Όσκαρ Ουάιλντ, ο διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους, τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, Wagner, ρωσικά μπαλέτα, το κίνημα Νταντά, η θεωρία της σχετικότητας.

“Οι αληθινοί παράδεισοι είναι οι παράδεισοι που έχουν χαθεί”

Ο Προυστ πέρασε τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής του στην κρεβατοκάμαρά του γράφοντας το επτάτομο βιβλίο του. Πέθανε στις 18 Νοεμβρίου 1922 από πνευμονία. Δεν πρόλαβε να διορθώσει τους τρεις τελευταίους τόμους, που εκδόθηκαν σταδιακά έως το 1927.

“Η επιθυμία για κάτι τα κάνει όλα να ανθίζουν. Η απόκτηση αυτού του κάτι τα κάνει όλα να μαραίνονται και να ξεθωριάζουν”.

*Επιμέλεια: Κέλλυ Πήλιουρα

Σχετικά με miga art press

Τέχνη. Και καθημερινότητα. Αλλά και πώς η Τέχνη μπαίνει μέσα στην καθημερινότητά μας, ή μήπως η καθημερινότητά μας περιστρέφεται γύρω από την Τέχνη; Και σκέψεις και συναισθήματα, έτσι όπως αυτά διαμορφώνονται από την επαφή μας με την Τέχνη, αλλά και από την κοινωνική πραγματικότητα στην οποία ζούμε. Οι τρόποι που την αντιλαμβανόμαστε και την συναισθανόμαστε. Και την Τέχνη και την καθημερινότητα. Εν τέλει, και εν ολίγοις, ο λόγος μας για Τέχνη μέσα στην καθημερινότητά μας. Κι εδώ προκύπτει το εξής: τι να πρωτο-πει κανείς; Τι να πρωτο-γράψει; Από ποια θέση; Ερωτήματα που μας ώθησαν να φτιάξουμε αυτό το blog, έτσι ώστε, από κάποια αφετηρία, και μέσω του γραπτού λόγου, να ξεκινήσουμε από κάπου. Μαζί σας. Και αν η Τέχνη γίνεται καμβάς για τα συναισθήματα και για τις σκέψεις μας, ταυτόχρονα δεν αποκλείεται να διαταράσσει τα «κοινώς αποδεκτά», την «κοινή λογική», την «κοινή ησυχία». Για να βάλει –ή μήπως να σχηματοποιήσει υπάρχουσες- νέες δυναμικές στα κοινά κείμενα. Και κάπως έτσι προέκυψε η «Μύγα». Έντομο μικρό, -και όμως σκέφτεσαι κάτι πιο ενοχλητικό, ιδίως σε μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα, σαν αυτές που έρχονται; Ασταμάτητη, και με έναν ασίγαστο βόμβο, ικανότητα στο να «ενοχλήσει», και –γιατί όχι;-, να «διαταράξει». Καλές πτήσεις! Η Συντακτική Ομάδα του «Μύγα Art Press»

Δείτε όλα τα άρθρα του/της miga art press →

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *