Η Μύγα Θυμάται… Μπέρτολτ Μπρεχτ

Περισσότερο φως, ηλεκτρολόγε, στη σκηνή! Πώς θες,
δραματουργοί κι ηθοποιοί, να δείξουμε τ’ αντικαθρέφτισμα
του κόσμου, μέσα στο μισοσκόταδο; Τούτο το σύθαμπο
καλεί σε ύπνο. Ενώ εμείς θέλουμε ξύπνιους
θεατές – κι ακόμα πιο πολύ: ξυπνούς! Κάν’ τους
να ονειρευτούν στο πλέριο φως!

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ, μέσα από συλλογές ποιημάτων και θεατρικών έργων, ταίριαξε με το ρεύμα του Ντανταϊσμού και του Μαρξισμού της εποχής του και ύμνησε την εργατική τάξη και τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Θεωρείται μία από τις καλλιτεχνικές φιγούρες που άσκησαν τεράστια επίδραση στον 20ο αιώνα.

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου το 1898, στο Άουγκσμπουργκ της Βαυαρίας από πατέρα καθολικό και μητέρα προτεστάντισσα. Περιβάλλον μάλλον πνιγηρό για τον άνθρωπο που θα εξελιχθεί σε κορυφαίο δραματουργό και για πολλούς  σε πατέρα του σύγχρονου θεάτρου. Θα σπουδάσει ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου και κατόπιν υπηρετεί ως νοσοκόμος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Την ίδια περίοδο αρχίζει να γράφει ποιήματα και θεατρικά κείμενα.

 Πώς αυτό το κακό θα τελειώσει, ψάξτε να βρείτε μοναχοί σας… Πήγαινε ψάξε, αγαπητό κοινό, μια κατάλληλη λύση πρέπει να υπάρχει. Πρέπει, πρέπει, πρέπει”!  

“Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν” 

Τα έργα του χαρακτηρίζονταν αρχικά από πνεύμα καταδίκης του πολέμου και του μιλιταρισμού, ενώ στη συνέχεια παρατηρείται μια αποφασιστική στροφή στη σκέψη και τη ζωή του, που εμπνέεται από τη μαρξιστική φιλοσοφία. Σημαντική ώθηση στη σχέση του με την εργατική τάξη και το κίνημά της έδωσε η μαζική εξαθλίωση που προκάλεσε η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929 και η νέα ορμητική ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στη Γερμανία.

Ο Μπρεχτ άρχισε την καριέρα του ως δραματουργός με μια σειρά πειραματισμούς, επηρεασμένος από τις εξπρεσιονιστικές τεχνικές, όπως στο έργο του “Βάαλ” (Baal, 1918). Με το αντιπολεμικό έργο του “Ταμπούρλα μες τη Νύχτα” (1922) κερδίζει το Βραβείο Κλάιστ(Kleist Prize). Ήταν θαυμαστής του Φρανκ Βέντεκιντ (Frank Wedekind, 1864 – 1918) κι επηρεάστηκε σημαντικά από το κινεζικό και το ρωσικό θέατρο. Το διδακτικό και ανθρωπιστικό θέατρο που για χρόνια υπηρέτησε ο Μπρεχτ απηχεί τη μαρξιστική ιδεολογία του. Ήταν τότε που έγραψε και το λιμπρέτο της όπερας (με μουσική του Κουρτ Βάιλ) “Η ‘Ανοδος και η Πτώση της πόλης Μαχάγκονυ”(1930).

Ανάμεσα στα έτη 1937 και 1945, ο Μπρεχτ έγραψε τα σπουδαιότερα έργα του: “Η Ζωή του Γαλιλαίου” (1937-39), “Μάνα Κουράγιο” (1936-39), “Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν” (1935-41), “Ο Κύριος Πούντιλα και ο Υπηρέτης του Μάττι” (1940), “Η ‘Ανοδος του Αρτούρου Ούι” (1941), “Τα Οράματα της Σιμόνης Μασάρ” (1940-43), “Ο Σβέικ στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο” (1942-43) και “Ο Κύκλος με την Κιμωλία”(1943-45). Το 1944 γράφει το έργο “Η ιδιωτική ζωή της κυρίαρχης φυλής” , μια άτεγκτη κριτική της ζωής στη Γερμανία υπό το καθεστώς του Εθνικοσοσιαλισμού.

Η παγκοσμιότητα του έργου του αναγνωρίστηκε ευρέως μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Τα έργα του κλείνουν μέσα τους μια διάρκεια, καθώς αναδεικνύουν την ανθρώπινη υπόσταση. Έτσι, όχι μόνο δεν καταλύθηκαν από το χρόνο, αλλά τώρα προβάλλονται και τιμώνται περισσότερο παρά ποτέ.

Μετά την επιστροφή του στη Γερμανία το 1949, ο Μπρεχτ αφιερώνεται στην ποίηση και τη σκηνοθεσία των έργων του. Έγραψε εκατοντάδες ποιήματα που αντανακλούν τη σταδιακή μεταστροφή του προς τη μαρξιστική-λενινιστική φιλοσοφία. Τα πιο γνωστά από αυτά είναι: “Άκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε”, “Εγκώμιο στη μάθηση”, “Γερμανικό εγχειρίδιο πολέμου”, “Αυτό θέλω να τους πω”, “Να καταπολεμάτε το πρωτόγονο”, “Ποτέ δε σε είχα αγαπήσει τόσο πολύ”, “Απώλεια ενός πολύτιμου ανθρώπου”, “Εγκώμιο στον Κομμουνισμό”, “Εγκώμιο στη Διαλεκτική”.

Είναι λογικός, καθένας τον καταλαβαίνει. Ειν’ εύκολος. Μια και δεν είσαι εκμεταλλευτής, μπορείς να τον συλλάβεις. Είναι καλός για σένα, μάθαινε γι’ αυτόν. Οι ηλίθιοι ηλίθιο τον αποκαλούνε, και οι βρομεροί τον λένε βρομερό. Αυτός είναι ενάντια στη βρομιά και την ηλιθιότητα. Οι εκμεταλλευτές έγκλημα τον ονοματίζουν. Αλλά εμείς ξέρουμε: Είναι το τέλος κάθε εγκλήματος. Δεν είναι παραφροσύνη, μα Το τέλος της παραφροσύνης. Δεν είναι χάος Μα η τάξη. Είναι το απλό Που είναι δύσκολο να γίνει”

-Εγκώμιο στον κομμουνισμό-

Η πρώτη ποιητική συλλογή του μεγάλου δραματουργού κυκλοφόρησε το 1914. Τρία χρόνια αργότερα, ο Μπρεχτ σε ηλικία 19 ετών εγγράφηκε στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου παρακολουθώντας μαθήματα Ιατρικής, αλλά και ορισμένα σεμινάρια θεάτρου. Κατά την διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου, επέστρεψε στο Άουγκσμπουργκ και υπηρέτησε στο στρατό ως νοσοκόμος σε στρατιωτικό νοσοκομείο. Το 1921 γύρισε για να συνεχίσει τις σπουδές του που τελικά εγκατέλειψε. Ήδη από το 1918 σε νεαρή ηλικία, ήρθε σε επαφή με την ιδεολογία του Κομμουνισμού. Ένα χρόνο αργότερα εισχώρησε στο Ανεξάρτητο Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό κόμμα (USPD) και αρθρογραφούσε στη φιλική, προς την Αριστερά εφημερίδα, Die Augsburger.  Η φήμη του ως συγγραφέας άρχισε σταδιακά να μεγαλώνει…
Έγινε βοηθός σκηνοθέτη για τον Μαχ Ράινχαρντ και το Γερμανικό Θέατρο του Βερολίνου, όπου ήρθε σε επαφή με ενδιαφέρουσες και αντισυμβατικές προσωπικότητες και παράλληλα φοίτησε και στην Μαρξιστική Εργατική Σχολή. Το 1927 αποτελεί σημαντική χρονιά για την πολιτική διάπλαση του δραματουργού, καθώς ο Μπρεχτ ξεκίνησε να μελετά το “Κεφάλαιο” του Καρλ Μαρξ και μέχρι το 1929 είχε υιοθετήσει πλήρως την κομμουνιστική ιδεολογία. Μια ιδεολογία που φάνηκε καθαρά μέσα στα έργα του, όπου η εργατική τάξη είχε τον πρώτο λόγο και η κεφαλαιοκρατία αντιμετωπίστηκε ως εμπόδιο με αποτέλεσμα να ξεσηκωθεί το εργατικό κίνημα όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά και στην Ευρώπη και τη Σοβιετική Ένωση….

“Μη χαίρεστε που σκοτώσατε το κτήνος. H σκύλα που το γέννησε ζει και είναι πάλι σε οργασμό”

Ο Μπρεχτ ήδη από το 1923 αποτελούσε απειλή για το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα της Γερμανίας που τον είχε κατατάξει πέμπτο στην λίστα με τις πιο επικίνδυνες προσωπικότητες της Γερμανίας. Τη δεκαετία του ‘30 όλα τα έργα του απαγορεύτηκαν στην Γερμανία και η κατάσταση χειροτέρεψε για τον ίδιο, όταν την εξουσία κατέλαβαν το 1933 οι Εθνικοσοσιαλιστές του Χίτλερ. Στις 28 Φεβρουαρίου 1933, την επομένη της μεγάλης πυρκαγιάς στο Ράιχσταγκ στο Βερολίνο, ο Μπρεχτ αυτοεξορίστηκε στην Δανία, όπου έμεινε μέχρι το 1939 στο νησί του Fyn. Τον Απρίλη του 1940 μεταφέρθηκε στη Φινλανδία και τον Μάη του επόμενου χρόνου έφθασε στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνιας, ο Μπρεχτ έζησε επτά ολόκληρα χρόνια και σκόπευε να μείνει περισσότερο. Ωστόσο, οι κατηγορίες περί διάφορων δραστηριοτήτων που έβλαπταν το Αμερικανικό Έθνος δυσκόλεψαν τη ζωή του στην Αμερική και το 1948 επέστρεψε στην Ανατολική Γερμανία ή αλλιώς στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας. Σε όλη τη διάρκεια της παραμονής του στις ΗΠΑ, ο Μπρεχτ ήταν πολυγραφότατος. Αν και συνεργάστηκε με σημαντικούς καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων και ο Τσάρλυ Τσάπλιν, ο φανταχτερός κόσμος του Χόλυγουντ δεν του άνοιξε ποτέ τις πόρτες και δεν ενέκρινε κανένα από τα 50 σενάρια που είχε δουλέψει. Μόνο με μία εξαίρεση. Ο Μπρεχτ συνεργάστηκε με τον Λίον Φροχτβάνγκερ για το θεατρικό έργο “Τα οράματα της Σιμόν Μασάρ” και για την συγγραφή σεναρίου ανταμείφθηκε με 20.000 δολάρια.

“Όπως η μεταβολή της φύσης, έτσι και η μεταβολή της κοινωνίας είναι απελευθερωτική πράξη και, ακριβώς, τις χαρές μιας τέτοιας απελευθέρωσης θα πρέπει να μεταδίδει το θέατρο μιας επιστημονικής εποχής”

Πάνω στα λόγια αυτά ο Μπρεχτ μας καλεί να αντιληφθούμε το θέατρο ως διαλεκτικό μέσο αλλαγής του κόσμου. Κάτι τέτοιο θα συμβεί χάρη στην καταλυτική επίδραση μιας νέας φιλοσοφικής – αισθητικής θεώρησης, αυτής της “επιστημονικής εποχής”, κατά την οποία η τέχνη, συνυφασμένη με τη διαλεκτική σκέψη, θα αξιοποιεί τα επιτεύγματα της επιστήμης και θα αποτελεί διαδικασία Γνώσης.

Ο Μπρεχτ πίστευε πως το κοινό χρειάζεται ανά πάσα στιγμή να γνωρίζει ότι παρακολουθεί μια θεατρική παράσταση που μπορεί να αντανακλά θέματα της πραγματικότητας, ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν είναι η ίδια η πραγματικότητα. Η προσέγγιση αυτή δημιούργησε ένα διαφορετικό είδος θεάτρου, που ονομάστηκε «επικό θέατρο» και άνθισε κατά τα τέλη κυρίως του 20ου αιώνα.

<<Ο όρος “επικό θέατρο”είναι, για το θέατρο που επιδιώκουμε (και εν μέρει πραγματοποιούμε), πολύ σχηματικός. Το επικό θέατρο αποτελεί προϋπόθεση για τη δουλειά μας, αλλά από μόνο του δεν φτάνει για να κάνει δυνατή την αναπαράσταση της παραγωγικότητας και της μεταβλητότητας της κοινωνίας, αναπαράσταση που είναι πηγή των πιο σημαντικών απολαύσεων στο θέατρο. Ο όρος αυτός πρέπει, λοιπόν, να θεωρηθεί ανεπαρκής, μολονότι δεν έχουμε να προτείνουμε στη θέση του κανέναν άλλον». Προς το τέλος της ζωής του, αντικατέστησε τον όρο «Επικό Θέατρο» με τον όρο “Διαλεκτικό”>>

Για τον Μπρεχτ το θεάτρο οφείλει να είναι ριζωμένο στα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα του καιρού του (ο Μπρεχτ επηρεάστηκε πολύ από την μαρξιστική θεωρία) και να κινητοποιεί την διανόηση του θεατή, αντί για το συναίσθημα. Γι’ αυτόν τον λόγο και δεν ταυτίστηκε με τα σύγχρονα κινήματα του σουρεαλισμού και του Θεάτρου της Σκληρότητας που εκπροσωπούσε ο Αρτώ και που επεδίωκε να αφυπνίσει τα φιμωμένα ένστικτα και τους βαθύτερους φόβους των θεατών. Έτσι, ο Μπρεχτ απομακρύνθηκε και από την αριστοτελική έννοια της κάθαρσης ως ζητούμενο για τους θεατές. Για τον Μπρεχτ ο ιδανικός θεατής δεν είναι ένας θεατής συνένοχος, με ανεπτυγμένη εν συναίσθηση. Απεναντίας˙ το ζητούμενο για τον Γερμανό δραματουργό είναι ένας θεατής που θα στέκεται με κριτική ματιά απέναντι στο θέαμα που παρακολουθεί, με απώτερο στόχο να αναγνωρίσει την κοινωνική αδικία και την εκμετάλλευση και μετά το θέατρο να αναζητήσει να αλλάξει τις υπάρχουσες δομές και νόρμες μιας τέτοιας κοινωνίας.

Γι’ αυτόν τον λόγο, εξέχοντα ρόλο στο θέατρο του Μπρεχτ επέχει η “Τεχνική της Αποστασιοποίησης “(Verfremdungseffekt). Με αυτόν τον όρο περιγράφει έναν τρόπο παιξίματος που εμποδίζει την ταύτιση του θεατή με τον ηθοποιό και τον χαρακτήρα που αυτός ενσαρκώνει, καθώς έτσι ελπίζει ο Μπρεχτ ότι η κρίση των πράξεων του ρόλου από το κοινό και η συνακόλουθη αποδοχή ή απόρριψή τους θα επέλθει στην σφαίρα του συνειδητού και όχι του υποσυνείδητου.

“Σκοπός του θεάτρου μου είναι να ξυπνήσει στον θεατή την επιθυμία να καταλάβει την κοινωνία στην οποία ζει και να μεθοδέψει σ’ αυτόν το μεράκι να πάρει μέρος στην αλλαγή της”

Η αποστασιοποίηση αυτή επιτυγχάνεται με την “ρήξη του τέταρτου τοίχου”: η άμεση απεύθυνση του ηθοποιού, που βγαίνει για λίγο από τον ρόλο του για να μιλήσει απευθείας στο κοινό, είναι ένας από τους τρόπους για να σπάσει αυτός ο «τέταρτος τοίχος» της ψευδαίσθησης και της πρόσληψης του θεάτρου απλώς ως ένα είδος αφηγηματικής διασκέδασης, ενώ συχνά ένας ηθοποιός παίζει πολλαπλούς ρόλους μέσα στην ίδια παράσταση. Κατά κάποιον τρόπο λοιπόν, το θέατρο του Μπρεχτ αποκτά και έναν διδακτικό χαρακτήρα, με στόχο να παρουσιάσει το οικείο ως ξένο, έτσι ώστε το κοινό να μην παίρνει ως δεδομένο ούτε το περιεχόμενο, αλλά ούτε και την ίδια την φόρμα του θεάτρου.

“Τίποτα δεν είναι πιο σημαντικό από το να μαθαίνεις να σκέφτεσαι ωμά. Η ακατέργαστη σκέψη είναι η σκέψη των μεγάλων ανδρών”

Ο Μπρεχτ μέσα από τα έργα και τις ποιητικές συλλογές του κατάφερε να διδάξει και όχι να χειραγωγήσει τους αναγνώστες  του.  Με επίκαιρα θέματα κατέγραψε την πραγματικότητα και δημιούργησε έργα-ντοκουμέντα.  Στα 57 του χρόνια τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης του Στάλιν και ένα χρόνο αργότερα, στις 14 Αυγούστου του 1956 πέθανε από επιπλοκές στην καρδιά.

Έργα του  έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 40 γλώσσες. Συνδυάζοντας τη θεωρία του Μαρξ και την κομμουνιστική ιδεολογία με τον διαλεκτικό υλισμό, ο Μπρεχτ δημιούργησε έργα που παραμένουν πάντα επίκαιρα, καθώς ούτε οι πόλεμοι έχουν σταματήσει ούτε η εκμετάλλευση των ανθρώπων.

“Πιστεύω στον Άνθρωπο, δηλαδή πιστεύω στο Λογικό του Ανθρώπου… Πιστεύω στην πειστική δύναμη της Λογικής πάνω στους Ανθρώπους… Η γοητεία που αναδίνει η απόδειξη είναι πάρα πολύ μεγάλη. Οι περισσότεροι άνθρωποι της παραδίνονται αμέσως. Με τον καιρό, της παραδίνονται όλοι. Η Σκέψη είναι μια απ’ τις μεγαλύτερες ηδονές του ανθρώπινου γένους” 

Μπέρτολτ Μπρεχτ

*Επιμέλεια: Κέλλυ Πήλιουρα

Σχετικά με miga art press

Τέχνη. Και καθημερινότητα. Αλλά και πώς η Τέχνη μπαίνει μέσα στην καθημερινότητά μας, ή μήπως η καθημερινότητά μας περιστρέφεται γύρω από την Τέχνη; Και σκέψεις και συναισθήματα, έτσι όπως αυτά διαμορφώνονται από την επαφή μας με την Τέχνη, αλλά και από την κοινωνική πραγματικότητα στην οποία ζούμε. Οι τρόποι που την αντιλαμβανόμαστε και την συναισθανόμαστε. Και την Τέχνη και την καθημερινότητα. Εν τέλει, και εν ολίγοις, ο λόγος μας για Τέχνη μέσα στην καθημερινότητά μας. Κι εδώ προκύπτει το εξής: τι να πρωτο-πει κανείς; Τι να πρωτο-γράψει; Από ποια θέση; Ερωτήματα που μας ώθησαν να φτιάξουμε αυτό το blog, έτσι ώστε, από κάποια αφετηρία, και μέσω του γραπτού λόγου, να ξεκινήσουμε από κάπου. Μαζί σας. Και αν η Τέχνη γίνεται καμβάς για τα συναισθήματα και για τις σκέψεις μας, ταυτόχρονα δεν αποκλείεται να διαταράσσει τα «κοινώς αποδεκτά», την «κοινή λογική», την «κοινή ησυχία». Για να βάλει –ή μήπως να σχηματοποιήσει υπάρχουσες- νέες δυναμικές στα κοινά κείμενα. Και κάπως έτσι προέκυψε η «Μύγα». Έντομο μικρό, -και όμως σκέφτεσαι κάτι πιο ενοχλητικό, ιδίως σε μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα, σαν αυτές που έρχονται; Ασταμάτητη, και με έναν ασίγαστο βόμβο, ικανότητα στο να «ενοχλήσει», και –γιατί όχι;-, να «διαταράξει». Καλές πτήσεις! Η Συντακτική Ομάδα του «Μύγα Art Press»

Δείτε όλα τα άρθρα του/της miga art press →

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *