Η Μύγα Θυμάται… Led Zeppelin I

Led Zeppelin ή Led Zeppelin I είναι ο τίτλος του πρώτου στούντιο δίσκου των Led Zeppelin, ο οποίος κυκλοφόρησε στις 12 Ιανουαρίου 1969 μέσω της δισκογραφικής εταιρείας “Atlantic Records”.

Τον Σεπτέμβριο του 1968, οι Led Zeppelin πραγματοποίησαν την πρώτη τους περιοδεία στις Σκανδιναβικές χώρες, έχοντας ακόμη, το όνομα “The New Yardbirds”. Από τις 7 μέχρι και τις 17 του μήνα, το συγκρότημα πραγματοποίησε τις οκτώ πρώτες του εμφανίσεις, στη Δανία και τη Σουηδία.
Μετά την επιστροφή τους στη Μεγάλη Βρετανία, οι Led Zeppelin ηχογράφησαν τα “Communication Breakdown”, “How Many More Times”, “You Shook Me”, “Babe I’m Gonna Leave You” και “I Can’t Quit You Baby”, τα οποία είχαν δημιουργήσει πριν την πρώτη τους περιοδεία και έπαιξαν σε αυτήν, μαζί με τραγούδια του προηγούμενου συγκροτήματος του Πέιτζ, των Yardbirds. Μέσα σε διάστημα δύο ημερών ηχογράφησαν όλο το άλμπουμ, στα “Olympic Studios”, με την παραγωγή του δίσκου να αναλαμβάνει αποκλειστικά ο κιθαρίστας του συγκροτήματος, Τζίμι Πέιτζ, αφού δεν είχαν ακόμη υπογράψει συμβόλαιο με τη μετέπειτα εταιρεία τους, “Atlantic Records”. Αφού απέστειλαν στην εταιρεία τις κασέτες των ηχογραφήσεων τους, έγιναν ιδιαίτερα αποδεκτοί και τους προτάθηκε αμέσως, να υπογράψουν το πρώτο τους συμβόλαιο.

Μετά την ηχογράφηση του δίσκου και την επισημοποίηση της κυκλοφορίας του στις αρχές του επόμενου έτους, οι Led Zeppelin ξεκίνησαν τις εμφανίσεις τους στη Μεγάλη Βρετανία, παίζοντας στις 4 Οκτωβρίου στο Νιούκασλ και δύο εβδομάδες αργότερα, στο Λονδίνο και το Λίβερπουλ.

Το εξώφυλλο του δίσκου προέρχεται από την εικόνα καταστροφής του αερόπλοιου Χίντενμπουργκ
Μέχρι την εμφάνιση τους στο “Wood Green Fishmongers Hall” του Λονδίνου στις 20 Δεκεμβρίου, έδωσαν συνολικά δεκατρείς συναυλίες, για να αναχωρήσουν τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στην πρώτη τους αμερικανική περιοδεία, έδωσαν 35 συναυλίες, ενώ ταυτόχρονα, κυκλοφόρησε και το πρώτο τους άλμπουμ.

Ο δίσκος δεν γνώρισε άμεσα επιτυχία, αλλά οι συνεχείς περιοδείες και η κυκλοφορία του σινγκλ “Good Times, Bad Times” μεγάλωσαν τη φήμη τους, με αποτέλεσμα τον Απρίλιο του 1969 ο δίσκος να μπει στα βρετανικά τσαρτ για να παραμείνει μέχρι τον Ιούνιο του 1971. Επίσης, ανέβηκε στο Top-10 της Αυστραλίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, Μέχρι το 2013, το “Led Zeppelin” έχει βραβευθεί ως οκτώ φορές πλατινένιο στις Ηνωμένες Πολιτείες, διαμαντένιο στον Καναδά και δύο φορές πλατινένιο στο Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ υπολογίζεται ότι έχει πουλήσει πάνω από 14 εκατομμύρια αντίτυπα, παγκοσμίως.
Σύμφωνα με κατάταξη του περιοδικού “Rolling Stone”, αυτό το άλμπουμ είναι το # 29 στη λίστα με τα 500 καλύτερα όλων των εποχών. Το βρετανικό περιοδικό “Q”, το κατέταξε στην έβδομη θέση της λίστας με τους “δίσκους που άλλαξαν τον κόσμο”, ενώ το περιοδικό “Classic Rock” το κατέταξε ως το 81ο καλύτερο άλμπουμ βρετανικού ροκ όλων των εποχών.

Ο δίσκος ξεκινάει με το κομμάτι “Good Times, Bad Times”, το οποίο έπαιζαν στις συναυλίες τους μέχρι και την περιοδεία για το δεύτερο άλμπουμ τους, το 1970. Για το συγκεκριμένο τραγούδι, ο Τζίμι Πέιτζ έβαλε μικρόφωνα σε όλο στούντιο, με σκοπό να έχει ήχο, όσο το δυνατόν περισσότερο ζωντανό. Το “Babe, I’m Gonna Leave You”, είναι διασκευή σε παραδοσιακό τραγούδι της Άννι Μπρέντον. Το τραγούδι αυτό, παίχτηκε μόνο στις περιοδείες για το πρώτο τους άλμπουμ, ενώ αργότερα έγινε γνωστό ότι ο Πέιτζ είχε ηχογραφήσει μία εκτέλεση του τραγουδιού με τον Στηβ Γουίνγουντ, ένα χρόνο νωρίτερα.
Το τρίτο τραγούδι του δίσκου είναι το “You Shook Me” του Μάντι Γουότερς, προς το τέλος του οποίου ο Πέιτζ χρησιμοποιεί την τεχνική “backward echo”, κατά τη διάρκεια της οποίας ακούγεται πρώτα η ηχώ και μετά η φωνή. Το “Dazed and Confused” ήταν επηρεασμένο από το τραγούδι “I’m Confused” του Τζέηκ Χολμς, του οποίου το όνομα δεν αναφερόταν ως συνθέτη του κομματιού, γεγονός που τον οδήγησε να κάνει μήνυση για λογοκλοπή στο συγκρότημα, το 2010. Στις ζωντανές εμφανίσεις των Led Zeppelin, κατά τη διάρκεια του συγκεκριμένου τραγουδιού, αυτοσχεδίαζαν παίζοντας διάφορα σόλο, με αποτέλεσμα η διάρκεια του “Dazed and Confused” πολλές φορές να ξεπερνάει τα τριάντα λεπτά.
Οι στίχοι του ακουστικού “Your Time is Gonna Come” μιλούν για μία κοπέλα, άπιστη στη σχέση της, η οποία θα μετανιώσει για τις πράξεις της. Κατά τη διάρκεια του ρεφρέν, και τα τέσσερα μέλη του συγκροτήματος τραγουδούσαν τους στίχους ταυτόχρονα, ενώ η μόνη περιοδεία κατά την οποία έπαιξαν αυτό το κομμάτι, ήταν η πρώτη τους, στη Δανία και τη Σουηδία. Το “Black Mountain Slide” που ακολουθεί, είναι ένα δίλεπτο ορχηστρικό κομμάτι, βασισμένο στο παραδοσιακό “Blackwater Slide” με ανατολίτικες επιρροές, λόγω της επίσκεψης του Πέιτζ στην Ινδία, όταν έπαιζε στους Yardbirds.
Το ριφ του επόμενου κομματιού, “Communication Breakdown”, είναι επηρεασμένο από το “Nervous Brekadown” του Έντι Κόχραν και οι στίχοι του τραγουδιού έγιναν ύμνος για την “επαναστατική νεολαία”. Ακολουθεί η διασκευή στο “I Can’t Quit You Baby” του Ότις Ρας, ενώ το δίσκο “κλείνει” το “How Many More Times”, ένα τραγούδι με το οποίο, οι Led Zeppelin τελείωναν τις ζωντανές τους εμφανίσεις στα πρώτα τους χρόνια. Σε κάποιο σημείο του συγκεκριμένου κομματιού, ο Πέιτζ παίζει την κιθάρα με δοξάρι βιολιού, κάτι που κάνει και στα τραγούδια “Dazed and Confused” και “In the Light” από το “Physical Graffiti”.

Σχετικά με miga art press

Τέχνη. Και καθημερινότητα. Αλλά και πώς η Τέχνη μπαίνει μέσα στην καθημερινότητά μας, ή μήπως η καθημερινότητά μας περιστρέφεται γύρω από την Τέχνη; Και σκέψεις και συναισθήματα, έτσι όπως αυτά διαμορφώνονται από την επαφή μας με την Τέχνη, αλλά και από την κοινωνική πραγματικότητα στην οποία ζούμε. Οι τρόποι που την αντιλαμβανόμαστε και την συναισθανόμαστε. Και την Τέχνη και την καθημερινότητα. Εν τέλει, και εν ολίγοις, ο λόγος μας για Τέχνη μέσα στην καθημερινότητά μας. Κι εδώ προκύπτει το εξής: τι να πρωτο-πει κανείς; Τι να πρωτο-γράψει; Από ποια θέση; Ερωτήματα που μας ώθησαν να φτιάξουμε αυτό το blog, έτσι ώστε, από κάποια αφετηρία, και μέσω του γραπτού λόγου, να ξεκινήσουμε από κάπου. Μαζί σας. Και αν η Τέχνη γίνεται καμβάς για τα συναισθήματα και για τις σκέψεις μας, ταυτόχρονα δεν αποκλείεται να διαταράσσει τα «κοινώς αποδεκτά», την «κοινή λογική», την «κοινή ησυχία». Για να βάλει –ή μήπως να σχηματοποιήσει υπάρχουσες- νέες δυναμικές στα κοινά κείμενα. Και κάπως έτσι προέκυψε η «Μύγα». Έντομο μικρό, -και όμως σκέφτεσαι κάτι πιο ενοχλητικό, ιδίως σε μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα, σαν αυτές που έρχονται; Ασταμάτητη, και με έναν ασίγαστο βόμβο, ικανότητα στο να «ενοχλήσει», και –γιατί όχι;-, να «διαταράξει». Καλές πτήσεις! Η Συντακτική Ομάδα του «Μύγα Art Press»

Δείτε όλα τα άρθρα του/της miga art press →

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *