Νέλσον Μαντέλα : Είμαι επειδή είμαστε…

Πέρα από την νύχτα που με σκεπάζει,
κατάμαυρη απ΄ακρη σε άκρη
ευχαριστώ τους θεούς όποιοι και να ‘ναι
για την ακατανίκητη ψυχή μου.

Κι αν έπεσα θύμα των περιστάσεων
ούτε δείλιασα ούτε έκλαψα γοερά.
Κάτω απ΄ τα χτυπήματα της τύχης
το κεφάλι μου είναι ματωμένο αλλά δεν προσκυνά.

Πέρα απ αυτό τον τόπο της οργής και των δακρύων
κι απ τη βαριά του σκιά
ακόμα κι απ την απειλή του χρόνου
είμαι και θα παραμείνω ατρόμητος.

Δεν έχει σημασία πόσο στενή είναι η πύλη
πόσο μεγάλο είναι το τίμημα
εγώ είμαι ο κυρίαρχος της μοίρας μου
εγώ είμαι ο καπετάνιος της ψυχής μου.

———————————————–

Out of the night that covers me,
Black as the pit from pole to pole,
I thank whatever gods may be
For my unconquerable soul.

In the fell clutch of circumstance
I have not winced nor cried aloud.
Under the bludgeonings of chance
My head is bloody, but unbowed.

Beyond this place of wrath and tears
Looms but the Horror of the shade,
And yet the menace of the years
Finds and shall find me unafraid.

It matters not how strait the gate,
How charged with punishments the scroll,
I am the master of my fate:
I am the captain of my soul

Ο Νέλσον Μαντέλα πέρασε 27 χρόνια από την ζωή του στις φυλακές της Νοτίου Αφρικής. Μέσα στο στενό κελί, δεκάδες βιβλία ήταν το στήριγμά του. Χρόνια αργότερα αποκαλύφθηκε ότι ένα ποίημα ήταν αυτό που κρατούσε τη φλόγα στη ψυχή του.

Ένα ποίημα που μετά έγινε ο άτυπος ύμνος της νέας Νοτίου Αφρικής μετά το «άπαρτχαϊντ». Το ποίημα αυτό γράφτηκε από τον Άγγλο ποιητή Γουίλιαμ Χένλι και έχει τον τίτλο Invictus.

Ο Μαντέλα γεννήθηκε στις 18 Ιουλίου 1918 στο χωριό Μβέζο της περιοχής Τράνσκεϊ, τότε μέρος της επαρχίας Κέιπ Τάουν της Νότιας Αφρικής. Του δόθηκε το όνομα Rolihlahla, μια λέξη της γλώσσας Xhosa που σημαίνει “ταραχοποιός”, ενώ κάποια χρόνια αργότερα έγινε γνωστός με το όνομα Madiba. Ο προπάππους του, Ngubengcuka, ήταν βασιλιάς του λαού Τhembu στην γη Transkeian, που βρίσκόταν στην σημερινή ανατολική επαρχία του Κέιπ Τάουν. Ένας από τους γιους του Ngubengcuka, με το όνομα Μαντέλα, ήταν ο παππούς του Νέλσον Μαντέλα και η πηγή προέλευσης του επιθέτου του. Επειδή ο Μαντέλα ήταν ο γιος ενός βασιλιά και μιας γυναίκας που ανήκε στην φυλή Ixhiba, μιας φυλής της Βουλής της Αριστεράς, οι απόγονοι αυτής της βασιλικής οικογένειας δεν είχαν το δικαίωμα να κληρονομήσουν τον θρόνο αλλά αναγνωρίζονταν ως σύμβουλοι της βασιλικής οικογένειας.

Ο πατέρας του Νέλσον Μαντέλα, Gadla Henry Mphakanyiswa Mandela, ήταν τοπικός άρχοντας και σύμβουλος του μονάρχη. Διορίστηκε στη θέση αυτή το 1915, μετά την παραίτηση του προκατόχου του ο οποίος κατηγορήθηκε για διαφθορά από έναν λευκό δικαστή της κυβέρνησης της χώρας. Το 1926 ο πατέρας του κατηγορήθηκε και αυτός για διαφθορά, ωστόσο ο Μαντέλα ανέφερε ότι ο πατέρας του έχασε την δουλειά του επειδή κλήθηκε να αντιμετωπίσει τις παράλογες απαιτήσεις του μονάρχη. Αφοσιωμένος στον θεό Qamata, ο Gadla Mandela είχε τέσσερις συζύγους και είχε αποκτήσει τέσσερις γιους και εννέα κόρες – όλοι αυτοί κατοικούσαν σε διαφορετικά χωριά. Η μητέρα του Μαντέλα ήταν η τρίτη σύζυγος του Gadla Mandela, η Nosekeni Fanny, κόρη του Nkedama της Βουλής της Δεξιάς και μέλος της βασιλικής οικογένειας amaMpemvu.

Ο Μαντέλα δήλωσε αργότερα ότι στα πρώτα χρόνια της ζωής του κυριαρχούσαν τα ταμπού και το έθιμο Thembu. Μεγάλωσε μαζί με δυο αδερφές και την οικογένεια της μητέρας του στο χωριό Qunu, όπου έβοσκε κοπάδια με βοωειδή και περνούσε αρκετό χρόνο με άλλα αγόρια. Και οι δυο γονείς του ήταν αναλφάβητοι αλλά, ως αφοσιωμένη χριστιανή, η μητέρα του τον έστειλε σε μια τοπική θρησκευτική σχολή όταν ήταν περίπου 7 ετών. Ασπάστηκε τον μεθοδισμό και έλαβε το αγγλικό όνομα “Νέλσον” από τον δάσκαλό του. Σε ηλικία 9 ετών περίπου, ο πατέρας του ήρθε να ζήσει στο χωριό Qunu, όπου πέθανε από μια άγνωστη ασθένεια, την οποία ο Μαντέλα πίστευε ότι ήταν πνευμονία. Αρχικά αισθάνθηκε “αποκομμένος” ενώ αργότερα δήλωσε ότι κληρονόμησε την “επαναστατικότητα” του πατέρα του και την “αίσθηση της δικαιοσύνης”.
«Πάντα δείχνει αδύνατο, μέχρι να γίνει».

Η μητέρα του Μαντέλα τον πήγε στο παλάτι του Mqhekezweni, όπου ο βασιλιάς Jongintaba Dalindyebo, επικεφαλής της περιοχής Thembu, ανέλαβε την κηδεμονία του νεαρού Μαντέλα. Παρόλο που πέρασαν αρκετά χρόνια μέχρι να συναντηθεί με την μητέρα του, ο Μαντέλα αισθανόταν ότι ο Jongintaba και η σύζυγός του Noengland τον αντιμετώπιζαν ως δικό τους παιδί και τον ανέθρεψαν με τον ίδιο τρόπο που ανέθρεψαν τον γιο τους Justice και την κόρη τους Nomafu. Καθώς ο Μαντέλα παρακολουθούσε κάθε Κυριακή την λειτουργία με τους κηδεμόνες του, ο χριστιανισμός έγινε σημαντικό κομμάτι της ζωής του. Παρακολούθησε μια θρησκευτική σχολή, που στεγαζόταν δίπλα στο παλάτι, στην οποία σπούδασε αγγλικά, ιστορία και γεωγραφία. Ανέπτυξε αγάπη για την αφρικανική ιστορία, έχοντας ως ακούσματα τις ιστορίες που έλεγαν οι ηλικιωμένοι επισκέπτες του παλατιού και επηρεασμένος από την αντι-ιμπεριαλιστική ρητορική ενός επισκέπτη στο παλάτι, του Joyi. Την ίδια εποχή θεωρούσε ότι οι Ευρωπαίοι αποικιοκράτες δεν ήταν καταπιεστές αλλά ευεργέτες που πρόσφεραν την εκπαίδευση και άλλα οφέλη στην Νότια Αφρική. Σε ηλικία 16 ετών, ο ίδιος μαζί με τον Justice και πολλά άλλα αγόρια ταξίδεψαν στο Tyhalarha για να υποβληθούν σε μια τελετουργία περιτομής που σηματοδότησε συμβολικά την μετάβασή τους από αγόρια σε άνδρες. Μετά από αυτή την τελετή, του δόθηκε το όνομα Dalibunga.

Στοχεύοντας να αποκτήσει τις γνώσεις και δεξιότητες που απαιτούνταν για να γίνει σύμβουλος της βασιλικής οικογένειας των Thembu, το 1933 ο Μαντέλα ξεκίνησε την φοίτησή του στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση στο Clarkebury Methodist, ένα δυτικού τύπου γυμνάσιο το οποίο αποτελούσε το μεγαλύτερο σχολείο υποδοχής μαύρων Αφρικανών στο Thembuland. Προκειμένου να κοινωνικοποιηθεί με τους υπόλοιπους μαθητές, σε ισότιμη βάση, ισχυρίστηκε ότι άλλαξε τρόπο συμπεριφορας και ότι έγινε για πρώτη φορά στενός φίλος με ένα κορίτσι. Ξεκίνησε να αθλείται και ανέπτυξε την διαχρονική αγάπη του για την κηπουρική. Ολοκλήρωσε τις σπουδές μέσα σε δυο χρόνια και το 1937 μετακόμισε στο Healdtown, όπου φοίτησε στο κολέγιο Fort Beaufort, στο οποίο σπούδαζαν τα περισσότερα βασιλικά μέλη του Thembu, μεταξύ των οποίων ο Justice. Ο διευθυντής του κολεγίου έδωσε έμφαση στην υπεροχή του αγγλικού πολιτισμού και αγγλικής διακυβέρνησης, ωστόσο ο Μαντέλα άρχισε να ενδιαφέρεται για τον αφρικανικό πολιτισμό, αποκτώντας τον πρώτο του στενό φίλο που δεν ανήκε στην φυλή Xhosa αλλά στην φυλή Sotho και επηρεάστηκε από έναν από τους αγαπημένους του δασκάλους ο οποίος έσπασε τα ταμπού και ως Xhosa παντρεύτηκε έναν Sotho. Ο Μαντέλα περνούσε μεγάλο μέρος του ελεύθερου χρόνου του στο Healdtown όπου αθλούνταν ως δρομέας μεγάλων αποστάσεων και πυγμάχος ενώ εργάστηκε και ως νομάρχης.

«Η εκπαίδευση είναι το πιο ισχυρό όπλο για να αλλάξεις τον κόσμο».

Έχοντας την υποστήριξη του Jongintaba, το 1939 ο Μαντέλα ξεκίνησε τις προπτυχιακές σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Fort Hare, ενός ελίτ ιδρύματος στο ανατολικό Κέιπ Τάουν, με περίπου 150 φοιτητές. Εκεί σπούδασε αγγλικά, ανθρωπολογία, δημόσια διοίκηση, πολιτική και την ρωμαϊκή ολλανδική νομοθεσία κατά το πρώτο έτος σπουδών, με μια επιθυμία να γίνει είτε διερμηνέας είτε υπάλληλος στο τμήμα Ιθαγενών Υποθέσεων. Ο Μαντέλα διέμεινε στις φοιτητικές εστίες του Wesley House, όπου έγινε στενός φίλος με τον συγκάτοικό του K. D. Matanzima, αλλά και με τον Oliver Tambo, με τον οποίο έγιναν στενοί φίλοι και σύντροφοι. Έλαβε μαθήματα χορού, συμμετείχε σε ένα θεατρικό έργο για τον Αβραάμ Λίνκολν και έκανε μαθήματα με θέμα την Βίβλο στην τοπική κοινότητα. Παρόλο που είχε φίλους οι οποίοι εργάζονταν στο Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο ANC και οι οποίοι ήθελαν την Νότια Αφρική να ανεξαρτητοποιηθεί από την Βρετανική Αυτοκρατορία, ο Μαντέλα απέφυγε οποιαδήποτε συμμετοχή στο αντι-ιμπεριαλιστικό κίνημα και έγινε υποστηρικτής της προπολεμικής προσπάθειας της Βρετανίας όταν ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Βοήθησε στην ίδρυση μιας επιτροπής από πρωτοετείς φοιτητές, οι οποίοι αμφισβητούσαν την κυριαρχία της Βρετανίας, την οποία αντιθέτως υποστήριζαν οι δευτεροετείς φοιτητές. Στο τέλος του πρώτου έτους των σπουδών του συμμετείχε στο μποϊκοτάζ του Φοιτητικού Συλλόγου ενάντια στην ποιότητα των τροφίμων, εξαιτίας του οποίου αποβλήθηκε από το πανεπιστήμιο. Δεν επέστρεψε ποτέ για να ολοκληρώσει τις σπουδές του και να λάβει το πτυχίο του.

Επιστρέφοντας στο Mqhekezweni τον Δεκέμβριο του 1940, ο Μαντέλα διαπίστωσε ότι ο Jongintaba σχεδίαζε να παντρέψει τον ίδιο και τον Justice. Όντας φοβισμένοι, έφυγαν από την χώρα και μέσω του Queenstown έφτασαν στο Γιοχάνεσμπουργκ τον Απρίλιο του 1941. Ο Μαντέλα βρήκε δουλειά ως νυχτοφύλακας στα ορυχεία Crown Mines, όπου απέκτησε τις πρώτες γνώσεις πάνω στον καπιταλισμό της Νότιας Αφρικής, ωστόσο απολύθηκε όταν ο υπεύθυνος των ορυχείων ανακάλυψε ότι ήταν δραπέτης. Έζησε στο George Goch Township μαζί με έναν ξάδερφό του, ο οποίος γνώρισε τον Μαντέλα στον κτηματομεσίτη και ακτιβιστή της ANC Walter Sisulu. Ο τελευταίος έκανε τον Μαντέλα γραμματέα στο δικηγορικό γραφείο Witkin, Sidelsky και Eidelman ; μια εταιρεία που διευθυνόταν από τον Lazar Sidelsky, ένα φιλελεύθερο Εβραίο που ήταν υποστηρικτής των σκοπών του ANC. Σε αυτό, ο Μαντέλα συναντήθηκε με τον Gaur Radebe (μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και του Xhosa στο ANC) και με τον Nat Bregman (εβραίο κομμουνιστή που έγινε ο πρώτος λευκός φίλος του). Ο Μαντέλα παρακολουθούσε τις συνελεύσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος, μέσω των οποίων εντυπωσιάστηκε από το γεγονός ότι οι Ευρωπαίοι, οι Αφρικανοί και οι Ινδοί αντιμετωπίζονταν ως ισότιμοι. Αργότερα, δήλωσε ότι δεν έγινε ενεργό μέλος του κόμματος επειδή ο αθεϊσμός του ερχόταν σε αντίθεση με την χριστιανική του πίστη και επειδή θεωρούσε τον αγώνα της Νότιας Αφρικής ως φυλετικό και όχι ως ταξικό πόλεμο. Για να συνεχίσει την φοίτησή του στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ο Μαντέλα εγγράφηκε σε ένα Πανεπιστήμιο της Νότιας Αφρικής ώστε να παρακολουθήσει μαθήματα δια αλληλογραφίας, με τα οποία ασχολιόταν κάθε βράδυ.

«Το μίσος θολώνει το μυαλό. Εμπλέκεται με την στρατηγική. Οι ηγέτες δεν έχουν το περιθώριο να μισούν».

Λαμβάνοντας έναν μικρό μισθό, ο Μαντέλα νοίκιαζε ένα δωμάτιο στο σπίτι της οικογένειας Xhoma στην πόλη Alexandra ; παρότι στην περιοχή δέσποζε η φτώχεια, το έγκλημα και η ρύπανση, η πόλη Alexandra πάντα είχε μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά του. Αν και ένιωθε ντροπή εξαιτίας της φτώχειας του, είχε μια σύντομη σχέση με μια γυναίκα από την Σουαζία προτού φλερτάρει ανεπιτυχώς την κόρη του αφεντικού του. Προκειμένου να εξοικονομεί χρήματα και να μένει όσο πιο κοντά γινόταν στο κέντρο του Γιοχάνεσμπουργκ, ο Μαντέλα μετατέθηκε στα κεντρικά γραφεία της Witwatersrand Native Labor Association, όπου ζούσε μαζί με ανθρακωρύχους από διάφορες φυλές ; δεδομένου ότι αρχηγοί διαφόρων φυλών επισκέπτονταν τα γραφεία αυτά. Κάποτε συναντήθηκε με την βασίλισσα της Basutoland. Στα τέλη του 1941, ο Jongintaba επισκέφτηκε το Γιοχάνεσμπουργκ – όπου συγχώρεσε τον Μαντέλα – προτού επιστρέψει στο Thembuland όπου πέθανε τον χειμώνα του 1942. Ο Μαντέλα και ο Justice επέστρεψαν στην χώρα μια μέρα μετά την κηδεία. Μετά την επιτυχία του το 1943 στις προπτυχιακές εξετάσεις του, ο Μαντέλα επέστρεψε στο Γιοχάνεσμπουργκ για να ακολουθήσει μια καριέρα δικηγόρου αντί να γίνει δημοτικός σύμβουλος στο Thembuland. Αργότερα δήλωσε ότι “απλώς βρήκε τον εαυτό του και δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά”.
«Αν μπορούν να μάθουν να μισούν, τότε μπορούν να μάθουν και να αγαπούν, γιατί η αγάπη έρχεται πιο φυσικά στην ανθρώπινη φύση από το αντίθετό της»

Ο Μαντέλα υπήρξε περισσότερο ένας πρακτικός πολιτικός και όχι ένας πνευματικός λόγιος ή ένας θεωρητικός της πολιτικής. Σύμφωνα με τον βιογράφο Tom Lodge, “για τον Μαντέλα, η πολιτική ήταν πρωταρχικά μια διατύπωση της ιστορίας και μια διενέργεια αφηγήσεων, κυρίως για την ηθικά υποδειγματική συμπεριφορά, και δευτερευόντως ένα ιδεολογικό όραμα, κυρίως για τα μέσα και όχι για τους σκοπούς”. Ο Μαντέλα όριζε τον εαυτό του τόσο ως σοσιαλιστή όσο και ως Αφρικανό εθνικιστή, ιδεολογική θέση την οποία διατηρούσε ήδη από την ένταξή του στην ANC.

Ο ιστορικός Sabelo J. Ndlovu-Gatsheni περιέγραψε τον Μαντέλα ως έναν “φιλελεύθερο Αφρικανό εθνικιστή ανθρωπιστή” ενώ ο πολιτικός αναλυτής Raymond Suttner αναφέρθηκε στον τίτλο του φιλελεύθερου που αποδόθηκε στον Μαντέλα, δηλώνοντας ότι θεωρούνταν μια “υβριδική κοινωνικο-πολιτική φιγούρα”. Ο Μαντέλα υιοθέτησε τις πολιτικές ιδέες άλλων στοχαστών – Ινδών ηγετών για την ανεξαρτησία της Ινδίας όπως ο Γκάντι, αφροαμερικανών ακτιβιστών για τα δικαιώματα των πολιτών, αφρικανών εθνικιστών όπως ο Nkrumah – και τις εφάρμοσε στην κοινωνικο-πολιτική κατάσταση της Νότιας Αφρικής. Ταυτόχρονα απέρριψε άλλες πτυχές της σκέψης τους όπως το αντι-λευκό συναίσθημα πολλών Αφρικανών εθνικιστών. Με αυτόν τον τρόπο έγραψε τόσο αντιτρομοκρατικές όσο και ηγεμονικές απόψεις, για παράδειγμα στηρίχθηκε στις ιδέες του τότε κυρίαρχου εθνικισμού του Afrikaner για την προώθηση του οραματισμού ενάντια στο απαρτχάιντ.
«Το να είσαι ελεύθερος δεν σημαίνει απλώς να σπάσεις τις αλυσίδες σου, αλλά το να ζεις με τρόπο που να σέβεται και να υποστηρίζει την ελευθερία των άλλων».

Η πολιτική του εξέλιξη επηρεάστηκε έντονα από την νομική εκπαίδευση και πρακτική του, κυρίως από την ελπίδα να πετύχει μια αλλαγή όχι μέσω της βίας αλλά μέσω μιας “νομικής επανάστασης”. Καθ’όλη την ζωή του, υποστήριζε αρχικά ένα μονοπάτι μη-βίας, έπειτα ένα μονοπάτι που θα περίκλειε την βία και στο τέλος ένα μονοπάτι που θα υιοθετούσε μια μη-βίαιη προσέγγιση των διαπραγματεύσεων αλλά την συμφιλίωση. Όποτε υιοθέτησε την βία, την εφάρμοσε επειδή δεν υπήρχε άλλη εναλλακτική λύση, και υπήρξε πάντα ρεαλιστής πάνω σε αυτό το ζήτημα, αντιλαμβάνοντάς το ως μέθοδο για να φέρει τον αντίπαλό του στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Έθεσε στόχο τα σύμβολα της υπεροχής και της ρατσιστικής καταπίεσης των λευκών και όχι τους λευκούς ανθρώπους ως άτομα. Η προθυμία του να χρησιμοποιεί την βία διέκρινε τον Μαντέλα από την ιδεολογία του Γκάντι, με την οποία ορισμένοι ιστορικοί ερευνητές επεδίωξαν να τον συσχετίσουν.

Παρόλο που παρουσίαζε τον εαυτό του με αυταρχικό τρόπο σε αρκετές ομιλίες του, ο Μαντέλα υπήρξε ένας πιστός υποστηρικτής της δημοκρατίας και λάμβανε αποφάσεις κατά πλειοψηφία, ακόμα κι όταν διαφωνούσε. Είχε δεσμευτεί με τις αξίες της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τουλάχιστον από την δεκαετία του 1960. Εξέφραζε την πεποίθηση ότι “η συμμετοχή, η λογοδοσία και η ελευθερία του λόγου” ήταν οι θεμελιώδεις αρχές της δημοκρατίας ; κάτι στο οποίο οδηγήθηκε από μια πεποίθηση υπέρ των φυσικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο Suttner υποστήριξε ότι ο Μαντέλα υιοθέτησε “δυο τρόπους ηγεσίας”. Από την μια πλευρά, παρέμεινε πιστός στις ιδέες για μια συλλογική ηγεσία ενώ από την άλλη θεωρούσε ότι υπήρχαν σενάρια σύμφωνα με τα οποία ο ηγέτης έπρεπε να είναι αποφασιστικός και να ενεργεί χωρίς διαβούλευση για να επιτύχει έναν συγκεκριμένο στόχο.
«Έμαθα, πως το θάρρος δεν είναι η έλλειψη φόβου, αλλά ο θρίαμβος επί του φόβου. Γενναίος δεν είναι εκείνος, που δεν νιώθει φόβο, αλλά εκείνος που κυριαρχεί επί του φόβου του».

Σύμφωνα με την Lodge, η πολιτική σκέψη του Μαντέλα αντικατόπτριζε τις πεποιθήσεις του μεταξύ της υποστήριξης σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία και των προ-αποικιακών αφρικανικών μορφών κατά την λήψη μιας απόφασης. Θαύμαζε την κοινοβουλευτική δημοκρατία της Βρετανίας, έχοντας δηλώσει ότι “Θεωρώ το Βρετανικό Κοινοβούλιο ως τον πιο δημοκρατικό θεσμό στον κόσμο και ότι η ανεξαρτησία κι η αμεροληψία του δικαστικού σώματος της Βρετανίας δεν αποτυγχάνουν ποτέ στο να διεγείρουν τον θαυμασμό μου”. Όσον αφορά την διατύπωση, ο Μαντέλα έχει περιγραφεί ως αφοσιωμένος στο “ευρωπαϊκό και αμερικανικό νεωτεριστικό σχέδιο περί απελευθέρωσης”, κάτι που τον διακρίνει απο άλλους Αφρικανούς εθνικιστές και σοσιαλιστές ηγέτες, όπως ο Nyerere, που ανησυχούσαν για την υιοθέτηση των δημοκρατικών μορφών διακυβέρνησης, οι οποίες αρχικά ήταν μορφές διακυβέρνησης του δυτικού κόσμου και όχι της Αφρικής. Ο Μαντέλα, ωστόσο, εξέφρασε τον θαυμασμό του και για αυτό που θεωρούσε ως αυτόχθονες μορφές δημοκρατίας, περιγράφοντας τον τρόπο διακυβέρνησης της παραδοσιακής κοινωνίας της Xhosa ως “μια δημοκρατία στην καθαρότερη μορφή της”. Μίλησε και για ένα αφρικανικό ηθικό δόγμα, το Ubuntu ; όρος που σημαίνει “Ένα άτομο είναι ένα πρόσωπο μέσω άλλων προσώπων” ή “Είμαι επειδή είμαστε”.

Ο Μαντέλα υποστήριξε την δημιουργία μιας αταξικής κοινωνίας, με τον Sampson να τον χαρακτηρίζει ως τον “ανοιχτά αντίθετο στον καπιταλισμό, στην ιδιωτική ιδιοκτησία της γης και στην δύναμη του ύψιστου χρήματος”. Ο Μαντέλα επηρεάστηκε από τον μαρξισμό ενώ κατά την διάρκεια της επανάστασης υποστήριξε τον σοσιαλισμό. Στην Treason Trial αρνήθηκε ότι ήταν κομμουνιστής και διατήρησε την ίδια στάση τόσο όταν μίλησε στους δημοσιογράφους όσο και στην αυτοβιογραφία του. Σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο Craig Soudien, “κανένας δεν ήταν τόσο συμπαθητικός στους κομμουνιστές όσο συμπαθητικός ήταν ο Μαντέλα στους σοσιαλιστές”. Από την άλλη, ο βιογράφος David Jones Smith είπε ότι ο Μαντέλα “αγκάλιασε τον κομμουνισμό και τους κομμουνιστές” στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και στις αρχές της δεκαετίας του 1960 ενώ ο ιστορικός Stephen Ellis δήλωσε ότι ο Μαντέλα εξομοίωνε μεγάλο μέρος της μαρξιστικής-λενινιστικής ιδεολογίας μέχρι το 1960.
«Λέγεται πως κανένας δεν γνωρίζει πραγματικά ένα έθνος, μέχρι να βρεθεί μέσα στις φυλακές του».

Ο Ellis βρήκε επιπλέον αποδείξεις για το γεγονός ότι ο Μαντέλα υπήρξε ενεργό μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Νότιας Αφρικής στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και στις αρχές της δεκαετίας του 1960, κάτι που επιβεβαιώθηκε μετά τον θάνατό του τόσο από την ANC όσο και από την SACP, με την τελευταία να ισχυρίζεται ότι δεν ήταν απλό μέλος του κομμουνιστικού κόμματος αλλά ότι ήταν και στην συντονιστική επιτροπή του. Η συμμετοχή του στο κομμουνιστικό κόμμα έμεινε κρυφή από την ANC, γνωρίζοντας ο ίδιος πως αν γινόταν γνωστή η συμμετοχή του στο πρώην SACP, αυτό θα ήταν επιζήμιο στις προσπάθειές του να λάβει υποστήριξη από τις δυτικές χώρες. Η άποψη του Μαντέλα για τις κυβερνήσεις των χωρών του δυτικού κόσμου διέφερε από των μαρξιστών-λενινιστών επειδή δεν πίστευε ότι ήταν αντιδημοκρατικές αλλά ότι παρέμεναν αφοσιωμένες στα δημοκρατικά συστήματα διακυβέρνησης.
«Θα καταφέρεις πιο πολλά σ’ αυτόν τον κόσμο μέσα από πράξεις συγχώρεσης, παρά από πράξεις εκδίκησης».

Ο Χάρτης της Ελευθερίας του 1955, στην δημιουργία του οποίου συνέβαλε και ο Μαντέλα, ζήτησε την εθνικοποίηση των τραπεζών, των ορυχείων χρυσού και της γης ώστε να διασφαλιστεί η ισότιμη κατανομή του πλούτου. Παρ’όλες αυτές τις πεποιθήσεις, ο Μαντέλα ξεκίνησε ένα πρόγραμμα ιδιωτικοποίησης κατά την διάρκεια της προεδρείας του, σύμφωνα με τις τακτικές άλλων χωρών. Υποστηρίχθηκε αρκετές φορές ότι ο Μαντέλα θα προτιμούσε να αναπτύξει μια κοινωνική δημοκρατική οικονομία στην Νότια Αφρική αλλά αυτό δεν ήταν εφικτό εξαιτίας της διεθνούς πολιτικής και της οικονομικής κατάστασης στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Αυτή η απόφαση επηρεάστηκε εν μέρει από την πτώση του σοσιαλισμού στην Σοβιετική Ένωση και στο Ανατολικό Μπλοκ στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Κατά την διάρκεια της ζωής του, ο Μαντέλα έλαβε πάνω από 250 μετάλια, βραβεία, τιμητικά πτυχία και ιθαγένεια σε πόλεις προς αναγνώριση των πολιτικών επιτευγμάτων του. Μεταξύ των βραβείων που έλαβε ήταν το Νόμπελ Ειρήνης, το Βραβείο Ειρήνης Λένιν της Σοβιετικής Ένωσης, το Αμερικανικό Προεδρικό Μετάλιο Ελευθερίας και το Διεθνές Βραβείο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα αλ-Καντάφι. Το 1990 η Ινδία τού απένειμε το βραβείο Bharat Ratna και το 1992 το Πακιστάν τού απένειμε το βραβείο Nishan-e-Pakistan. Την ίδια χρονιά έλαβε το Βραβείο Ειρήνης Ατατούρκ από την Τουρκία ; αρχικά απέρριψε το βραβείο, το οποίο θεώρησε ότι παραπέμπει στις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που είχε διαπράξει τότε η Τουρκία, αλλά το 1999 αποδέχτηκε το βραβείο. Διορίστηκε στο Τάγμα της Ισαβέλλας της Καθολικής και στο Τάγμα του Καναδά και ήταν ο πρώτος που έγινε επίτιμος πολίτης του Καναδά. Η βασίλισσα Ελισάβετ ΙΙ τον διόρισε δικαστικό επιμελητή στο Τάγμα του Αγίου Ιωάννη και του χορήγησε την ιδιότητα του μέλους στο Τάγμα των Αξιών.
«Είμαι αθεράπευτα αισιόδοξος. Δεν μπορώ να πω αν είμαι από τη φύση μου έτσι ή είναι κάτι που το καλλιέργησα με τα χρόνια. Ο αισιόδοξος είναι αυτός που μπορεί να αντικρίζει κατάματα τον ήλιο, να μην τυφλώνεται από το φως του και να συνεχίζει να προχωρά στο δρόμο του. Υπήρξαν πολλές σκοτεινές στιγμές με την πίστη στο καλό της ανθρωπότητας να δοκιμάζεται, αλλά δεν θέλησα ποτέ να παραδοθώ στην απελπισία. Στην απελπισία βρίσκεται η ήττα και ο θάνατος».

Το 2004 το Γιοχάνεσμπουργκ χορήγησε στον Μαντέλα το βραβείο Freedom of the City και το 2008 ανεγέρθηκε ένα άγαλμα του Μαντέλα στο σημείο όπου ο ίδιος ο Μαντέλα αποφυλακίστηκε. Την Ημέρα της Συμφιλίωσης του 2013, ένα χάλκινο άγαλμα του Μαντέλα αποκαλύφθηκε στα κτίρια της Ένωσης στην Πρετόρια. Τον Νοέμβριο του 2009, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών κήρυξε την 18η Ιουλίου, ημέρα των γενεθλίων του Μαντέλα, ως “Ημέρα Μαντέλα”, προβάλλοντας κατ’αυτό τον τρόπο την συμβολή του στον αγώνα κατά του απαρτχάιντ. Τα Ηνωμένα Έθνη κάλεσαν όλα τα υποκείμενα να προσφέρουν 67 λεπτά για να κάνουν κάτι για τους άλλους προκειμένου να τιμήσουν τα 67 χρόνια που ο Μαντέλα ήταν μέλος του κινήματος.
«Πολέμησα κατά της κυριαρχίας των λευκών και πολέμησα κατά της κυριαρχίας των μαύρων. Ονειρεύομαι το ιδανικό μίας δημοκρατικής και ελεύθερης κοινωνίας, όπου όλοι οι άνθρωποι θα ζουν μαζί, σε αρμονία και με ίσες ευκαιρίες. Είναι ένα ιδανικό, για το οποίο ελπίζω να ζήσω και να πετύχω. Αν όμως αυτό χρειάζεται, είναι ένα ιδανικό, για το οποίο είμαι προετοιμασμένος να πεθάνω».

Νέλσον Μαντέλα

Σχετικά με miga art press

Τέχνη. Και καθημερινότητα. Αλλά και πώς η Τέχνη μπαίνει μέσα στην καθημερινότητά μας, ή μήπως η καθημερινότητά μας περιστρέφεται γύρω από την Τέχνη; Και σκέψεις και συναισθήματα, έτσι όπως αυτά διαμορφώνονται από την επαφή μας με την Τέχνη, αλλά και από την κοινωνική πραγματικότητα στην οποία ζούμε. Οι τρόποι που την αντιλαμβανόμαστε και την συναισθανόμαστε. Και την Τέχνη και την καθημερινότητα. Εν τέλει, και εν ολίγοις, ο λόγος μας για Τέχνη μέσα στην καθημερινότητά μας. Κι εδώ προκύπτει το εξής: τι να πρωτο-πει κανείς; Τι να πρωτο-γράψει; Από ποια θέση; Ερωτήματα που μας ώθησαν να φτιάξουμε αυτό το blog, έτσι ώστε, από κάποια αφετηρία, και μέσω του γραπτού λόγου, να ξεκινήσουμε από κάπου. Μαζί σας. Και αν η Τέχνη γίνεται καμβάς για τα συναισθήματα και για τις σκέψεις μας, ταυτόχρονα δεν αποκλείεται να διαταράσσει τα «κοινώς αποδεκτά», την «κοινή λογική», την «κοινή ησυχία». Για να βάλει –ή μήπως να σχηματοποιήσει υπάρχουσες- νέες δυναμικές στα κοινά κείμενα. Και κάπως έτσι προέκυψε η «Μύγα». Έντομο μικρό, -και όμως σκέφτεσαι κάτι πιο ενοχλητικό, ιδίως σε μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα, σαν αυτές που έρχονται; Ασταμάτητη, και με έναν ασίγαστο βόμβο, ικανότητα στο να «ενοχλήσει», και –γιατί όχι;-, να «διαταράξει». Καλές πτήσεις! Η Συντακτική Ομάδα του «Μύγα Art Press»

Δείτε όλα τα άρθρα του/της miga art press →

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *