Νίκος Καββαδίας “Περί Θαλασσίων και άλλων Δαιμονίων”

“Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί,
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι, διεστραμμένο,
πως τις γυναίκες μ’ ένα μίσος ύπουλο μισώ
και ότι μ’ αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω”

Ο Καββαδίας ήταν ο εξ ορισμού άνθρωπος της θάλασσας, μαρτυρώντας κάθε της λέξη. Παραμερίζοντας κάθε επιτηδευμένη λογοτεχνία, άγγιζε την συναισθηματική πτυχή κάποιου, δημιουργώντας βιογραφίες, που ακολουθούν το νήμα του Οδυσσέα. Αιώνιοι ταξιδιώτες, εραστές της περιπέτειας και σύντροφοι της επιστροφής .
Κατά Ανδρέα Καραντώνη, ήταν ολιγογράφος, από ιδιοσυγκρασία, από υψηλή απαίτηση για την τέχνη, από κάπως αργοστάλακτη φλέβα, από εργαστηριακή επιμονή για ένα τέλειο δούλεμα της μορφής, από συναισθηματική ειλικρίνεια (να γράφεις μόνο όταν δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς), από νωχέλεια, από επαγγελματική διάσπαση, ή και από τη μονοτονία που χαρακτηρίζει τη ζωή των ναυτικών.

Γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου 1910 στο Νίκολσκ Ουσουρίσκι ), μια επαρχιακή πόλη της περιοχής του Βλαδιβοστόκ στη Ρωσία, από γονείς Κεφαλονίτες, το Χαρίλαο Καββαδία και τη Δωροθέα Αγγελάτου της γνωστής οικογένειας εφοπλιστών της Κεφαλονιάς. Σ’ αυτή τη μικρή Ρωσική πόλη, γεννιούνται και άλλα δυο παιδιά: η Τζένια (Ευγενία) κι ο Μήκιας (Δημήτρης). Ο πατέρας Χαρίλαος Καββαδίας διατηρούσε γραφείο γενικού εμπορίου διακινώντας μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων με κύριο πελάτη τον τσαρικό στρατό.

Το 1914, με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η οικογένεια έρχεται στην Ελλάδα κι εγκαθίσταται στο Αργοστόλι, ενώ ο πατέρας επιστρέφει στις επιχειρήσεις του στη Ρωσία, όπου καταστρέφεται οικονομικά. Το 1917, κατά τη διάρκεια της Οκτωβριανής Επανάστασης, φυλακίζεται. Γυρίζει και πάλι στην Ελλάδα το 1921, τσακισμένος και ανίκανος να προσαρμοσθεί στην ελληνική πραγματικότητα.

Μετά το Αργοστόλι, η οικογένεια εγκαθίσταται στον Πειραιά. Ο Καββαδίας πηγαίνει στο Δημοτικό κι είναι συμμαθητής με το Γιάννη Τσαρούχη και τον Παπά-Γιώργη Πυρουνάκη. Διαβάζει Ιούλιο Βερν και διάφορα βιβλία περιπέτειας. Στο Γυμνάσιο γνωρίζεται με το συγγραφέα και ιατρό του Πολεμικού Ναυτικού Παύλο Νιρβάνα. Δεκαοκτώ ετών, αρχίζει να δημοσιεύει ποιήματα στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλας και εκδίδει ο ίδιος το σατυρικό φυλλάδιο “Σχολικός Σάτυρος”, γράφοντας ποιήματα για τους συμμαθητές του. Το πρώτο ποίημά του δημοσιεύεται στην εφημερίδα “Σημαία” με τίτλο “Ο Θάνατος της Παιδούλας”. Κατά τον Δ. Νικορέτζο (στο έργο του “Νίκος Καββαδίας, ο τελευταίος αμαρτωλός”), πρώτο του ποίημα ήταν άλλο (“Ο Πόθος”) στο περιοδικό της “Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας”

“Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής των μακρισμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων”

Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, δίνει εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή. Όμως την ίδια περίοδο πεθαίνει ο πατέρας του (Οκτώβριος 1929) και αναγκάζεται να εργαστεί σε ναυτικό γραφείο. Συνεχίζει όμως να συνεργάζεται με διάφορα φιλολογικά περιοδικά, όπως “Ο Διανοούμενος”. Το Νοέμβριο του 1928, ο Καββαδίας βγάζει ναυτικό φυλλάδιο και μπαρκάρει ως “ναυτόπαις” τον επόμενο χρόνο στο φορτηγό “Άγιος Νικόλαος”, μαζί με το μικρότερο αδελφό του Αργύρη, που είχε γεννηθεί στην Ελλάδα το 1915. Το 1931 το περιοδικό “Ναυτική Ελλάς” δημοσιεύει το έργο του Ν. Καββαδία, “Τραγούδια”. Την επόμενη χρονιά ο ποιητής ξεκινά να δημοσιεύει τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις στην εφημερίδα “Πειραϊκόν Βήμα”, μαζί με το μυθιστόρημά του (σε συνέχειες) “Η Απίστευτη Περιπέτεια του Λοστρόμου Νακαχαναμόκο”, όμως η εφημερίδα διακόπτει την έκδοσή της και το πόνημά του μένει ημιτελές.

Το 1933, η οικογένεια μετακομίζει από τον Πειραιά στην Αθήνα. Το σπίτι της γίνεται τόπος συγκέντρωσης λογοτεχνών, ζωγράφων και ποιητών. Ο Καββαδίας την εποχή εκείνη περιγράφεται ως ένας λιγομίλητος απλός άνθρωπος, ατημέλητος, χαριτωμένος, εγκάρδιος, με ανεξάντλητο χιούμορ, αγαπητός στους πάντες. Τον Ιούνιο του 1933 κυκλοφορεί η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο “Μαραμπού” (από τις εκδόσεις “Κύκλος” σε 245 αντίτυπα) που του χαρίζει το προσωνύμιο που θα τον συνοδεύει έως το τέλος της ζωής του. Γίνεται δεκτή (η ποιητική του συλλογή) με πολύ ευνοϊκές κριτικές, πιο χαρακτηριστική εκ των οποίων ήταν εκείνη του Φώτου Πολίτη στην εφημερίδα “Πρωία”. Το 1938 η “Νέα Εστία” δημοσιεύει τα ποιήματά του, ενώ ο ίδιος στρατεύεται και υπηρετεί στην Ξάνθη με την ειδικότητα του ημιονηγού. Το 1939 παίρνει το δίπλωμα του ραδιοτηλεγραφητή κατωτέρας τάξεως. Στον πόλεμο του ’40 φεύγει για την Αλβανία, όπου υπηρετεί αρχικά ως ημιονηγός τραυματιοφορέας και αργότερα, λόγω της ειδικότητάς που είχε ως ασυρματιστής, χρησιμοποιείται στο σταθμό υποκλοπής της ΙΙΙ Μεραρχίας. Στο περιοδικό “Λόγχη” δημοσιεύει το πεζογράφημά του “Στο Άλογό μου”. Με τη συνθηκολόγηση του ελληνικού στρατού επιστρέφει πεζή στην Αθήνα.

“Μην με κοιτάς, θα σε θυμίσω εγώ που μ’ είδες:
Στην άμμο απάνω ανάστροφα σ’ είχα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις πυραμίδες”

Στη διάρκεια της Κατοχής, ο Καββαδίας περνάει στις γραμμές της Εθνικής Αντίστασης και γίνεται μέλος του ΕΑΜ. Την ίδια ακριβώς περίοδο γίνεται και μέλος του ΚΚΕ. Εντάσσεται, επιπλέον, στην Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, παρά το γεγονός ότι είχε τυπώσει τότε μόνο ένα βιβλίο, το Μαραμπού, ενώ το όριο ήταν τα τρία βιβλία. Είναι όμως ενεργός λογοτεχνικά, γράφοντας ποιήματα, ορισμένα εξ αυτών αντιστασιακά, με πιο χαρακτηριστικό το ποίημα “Στον τάφο του ΕΠΟΝίτη” και “Αθήνα 1943”, με το ψευδώνυμο Α. Ταπεινός, στο περιοδικό “Πρωτοπόροι”. Το 1944 μεταφράζει μαζί με τον Βασίλη Νικολόπουλο, το έργο του Ευγενίου Ονήλ “Το Ταξίδι του Γυρισμού”. Στις αρχές του 1945 γίνεται επικεφαλής του ΕΑΜ Λογοτεχνών-Ποιητών, θέση την οποία παραχωρεί στις 6 Οκτώβρη του ίδιου έτους στον Νικηφόρο Βρεττάκο, εξαιτίας της αναχώρησής του από την Ελλάδα με το πλοίο “Κορινθία”. Η ασφάλεια τού έδωσε άδεια, καθώς θεωρείτο ανενεργός κομμουνιστής. Το περιοδικό “Ελεύθερα Γράμματα” δημοσιεύει τα ποιήματά του “Αντίσταση” και “Federico Garcia Lorca”, ενώ κυκλοφορεί και η μετάφραση του έργου του Αμερικανού ποιητή Φορντ Μάντοξ με τίτλο “Τα Παλιά Σπίτια της Φλάντρας”. Τον Ιανουάριο του 1947 οι εκδόσεις Θ. Καραβία κυκλοφορούν τη δεύτερη ποιητική συλλογή του Ν. Καββαδία, με τίτλο “Πούσι”, ενώ επανεκδίδεται και το “Μαραμπού”.

Από το 1954 μέχρι και το 1974, ταξιδεύει διαρκώς με πολύ μικρά διαλείμματα. Μέσα στη χρονική αυτή περίοδο, τα πιο σημαντικά γεγονότα στη ζωή του ποιητή αφορούν το θάνατο του πιο μικρού του αδερφού, Αργύρη, το 1957, την κυκλοφορία της «Βάρδιας» στα γαλλικά το 1959, την επανέκδοση του «Μαραμπού» και του «Πούσι» το 1961 από τις εκδόσεις Γαλαξίας, το θάνατο της μητέρας του το 1965 και τη γέννηση του Φίλιππου το 1966, γιου της ανιψιάς του Έλγκας.

Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του, και συγκεκριμένα το 1954, συνέβη το εξής περιστατικό: Ενώ ο ποιητής εργαζόταν σε “ποστάλι” (καράβι μικρών αποστάσεων, επιβατηγό), ταξίδεψε με το καράβι του ο Γιώργος Σεφέρης. Τόσο κατά την τυπική υποδοχή των ταξιδιωτών, όσο και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ο Σεφέρης δεν μπήκε καν στη διαδικασία να χαιρετίσει τον Καββαδία. Το γεγονός πίκρανε ιδιαίτερα τον Καββαδία, που θεωρούσε ότι η λογοτεχνική γενιά του ’30, στην οποία ανήκε και ο ίδιος, τον υποτιμούσε

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 1956. Απόγεμα ο Μαραμπού ξαφνικά. Έπιασε εδώ το καράβι του. Έρχεται από την Αυστραλία. Φοράει μια μαβιά φανέλα ως τον λαιμό. Δεν έχει ρούχα, παρά τα καλοκαιρινά του, λέει. Αυτός είναι ταξιδιώτης στ’ αλήθεια. Μιλάει για τα νησιά Κόκο, κάτοικοι λιγότερο από 100, όπου άραξαν για να νοσηλέψουν ένα θερμαστή που τον χτύπησε στο χέρι μια σταγόνα μαζούτ (μια μικρή σταγόνα, λέει, τινάζεται με τόση πίεση που μπορεί να σου κόψουν το χέρι). Είναι ένα αξεδιάλυτο μείγμα μύθου και αλήθειας αυτός ο άνθρωπος, καθώς μιλά ψευδίζοντας ή μ’ εκείνο το συρτό τόνο απαγγελίας.

Γιώργος Σεφέρης (Μέρες Στ 1951-1956)

Το 1975, στην Αθήνα, στην κλινική «Άγιοι Απόστολοι», αφήνει την τελευταία του πνοή ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο. Κηδεύτηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, παρουσία πολλών ανθρώπων των γραμμάτων και της τέχνης.

Ο Καββαδίας είναι ο ταξιδιώτης, ο ποιητής της περιπέτειας, του ονείρου, της φυγής από την πραγματικότητα. Πολλοί, ειδικότερα στην αρχή, τον θεωρούσαν «ναυτικό ποιητή», και αυτό κατά τη γνώμη μου είναι μεγάλο λάθος. Η θάλασσα, τα καράβια, οι ναύτες, μπορεί να ήταν για τον ποιητή καθημερινό βίωμα, αλλά ουσιαστικά ήταν το πεδίο πάνω στο οποίο η φαντασία του οργίαζε.

Θάνος Μικρούτσικος

Η μεγάλη αναγνώριση του έργου του Ν. Καββαδία ήρθε μετά θάνατο. Ποήματά του μελοποίησαν οι Θάνος Μικρούτσικος (‘Ο Σταυρός του Νότου’), Γιάννης Σπανός, αδελφοί Κατσιμίχα, Δημ. Ζερβουδάκης κ.α.

…τι κι αν οι κάβοι σου σκληρύναν την παλάμη…

Νίκος Καββαδίας

Σχετικά με Κέλλυ Πήλιουρα

Γεννήθηκα σε μια κουκίδα αυτού του πελώριου "μικρόκοσμου", που ούτε ο κλασσικός Αμερικάνος δεν ξέρει. Στις 28 του Οκτώβρη και ενώ όλοι περίμεναν να γιορτάσουν την εθνική εορτή, η μαμά μου έκανε την διαφορά. Είμαι η Κέλλυ και σύμφωνα με το ιστορικό της γέννησης μου είμαι αντί- συμβατική. Από πολύ μικρή η μουσική και το διάβασμα μπήκαν στην ζωή μου , θέλοντας να ισορροπήσουν την διχασμένη προσωπικότητα που έφερα από βρέφος. Παρέμειναν δίπλα μου, πιστοί φίλοι, να καταπραΰνουν την παράξενα αθόρυβη ζωή μου... Μέσα σε όλη αυτή τη μικρή διαδρομή και παρόλο που είμαι από αυτούς που ζουν με το αίσθημα, οι αριθμοί μπήκαν στη ζωή μου και με οδήγησαν έξω από την πόρτα του Πανεπιστημίου. Κι ενώ ήμουν χαμένη μέσα στις ψυχρές γραμμές των μαθηματικών και τους παράλογους νόμους των οικονομικών, σκυμμένη στο θρανίο ονειρευόμουν ακόμη τη μέρα που η ζωή θα ξεκινούσε. Ονειρεύτηκα φλογερά μια ζωή όλο λέξεις και μουσική, φθινοπωρινά φύλλα σε ατέλειωτα ξενόφερτα βροχερά λιβάδια, με τον έρωτα και την αγάπη να χορεύουν πάνω στην λασπωμένη γη..          -Φυσικά κάτω από ένα δέντρο! Όνειρα λες; Τα "φώτα"άνοιξαν η "αυλαία" έπεσε για την βαρετή ζωή, και το θέατρο πήρε πρωταρχικό ρόλο και θέση στην ζωή μου, έχοντας συνοδοιπόρους πάντα, τα φαντασιακό, ως βασική προϋπόθεση για επιβίωση στο υπαρκτό. Σαν ηθοποιός λοιπόν, κατέκτησα μόνο λίγα Όσκαρ και κάποιες χρυσές σφαίρες, τίποτα το σημαντικό. Μετά, σκέφτηκα πως τα ωραία και σημαντικά, είναι τα μικρά, μάζεψα τα βιβλία μου και τους ήρωες τους, τις μελωδικές μου αναζητήσεις, και βγήκα πίσω από το φως, παραμένοντας πιστός δημιουργός ενός άλλου κόσμου κάθε φορά. Πότε από την θέση σκηνοθέτη, και πότε από την θέση μπροστά στο μικρόφωνο του ραδιοφώνου, επιβεβαιώνοντας την μαγεία της επικοινωνίας, μεταξύ πομπού και δέκτη. "Racing around to come up behind you again" Καλές Πτήσεις..

Δείτε όλα τα άρθρα του/της Κέλλυ Πήλιουρα →

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *