Η Μύγα Θυμάται… Άγγελος Σικελιανός “Ο Ιόνιος βάρδος, γλυκός κι αστραποβόλος, κατανυκτικός σαν τους πρίγκιπες της Αναγέννησης”

Ακούστε, ακούστε με! Αν ετρέμανε στην κούνια τα βυζασταρούδια, εμένα με νανούρισαν, των αντρειωμένων τα τραγούδια. Εμέ, λεχώνα η μάνα μου, στην μπόρα τη μαρτιάτικη που ΄χε τα ουράνια ανοίξει, εσκώθη και με πήρε στην αγκάλη της τον πρώτο κεραυνό για να μου δείξει! Μάνα φωτιά με βύζαξες κ΄ είναι η καρδιά μου αστέρι;

 Άγγελος Σικελιανός (14 Μαρτίου 1884 – 19 Ιουνίου 1951)

Ο Άγγελος Σικελιανός γεννήθηκε στη Λευκάδα το 1884, τελευταίο παιδί από τα πέντε της οικογένειας του Ιωάννη και της Χαρίκλειας Σικελιανού. Το όνομά του θα αποδειχτεί «προφητικό»μιας και κουβαλούσε από πολύ νωρίς μέσα του την αίσθηση του προορισμού και της αποστολής.

Ποιητικά νιώθει, ως Λευκαδίτης, να έχει πίσω του τους Επτανήσιους, τον Σολωμό, αλλά κυρίως τον, επίσης Λευκαδίτη, Αριστοτέλη Βαλαωρίτη.

Στίχους γράφει κι ο ίδιος από πολύ μικρός, από τα χρόνια των μαθητικών σπουδών στη Λευκάδα. Από το 1900 όμως, χρονιά κατά την οποία εγκαθίσταται στην Αθήνα, δείχνει εντονότατο ενδιαφέρον για τις τέχνες και αποφασίζει να αφιερωθεί στην ποίηση, παρά το γεγονός ότι εγγράφεται στη Νομική Σχολή: Δεν θα φοιτήσει ποτέ συστηματικά. Το 1901 το αθηναϊκό κοινό τον γνωρίζει στην ομάδα «μυστών» της «Νέας Σκηνής» του Χρηστομάνου, και την επόμενη χρονιά διαβάζει τα πρώτα του ποιήματα στα περιοδικά Διόνυσοςκαι Παναθήναια.

Παρακολουθώντας την καλλιτεχνική κίνηση της Αθήνας γνωρίζει και συναναστρέφεται, αυτός και οι αδερφές του, την σημαντική χορεύτρια Isadora Duncan και την οικογένειά της, κατά τη διάρκεια παραστάσεων που δίνει η Duncan στην Αθήνα το 1903. Καρπός αυτής της συναναστροφής θα είναι, όχι μόνο ο γάμος της αδελφής του Πηνελόπης με τον αδερφό της Isadora ―Raymond―, αλλά και η γνωριμία του ίδιου με τη βαθύπλουτη Αμερικανίδα Eva Palmer το 1906.

Η Palmer περιγράφοντας το πρώτο βράδυ της γνωριμίας τους αναφέρει με υπερηφάνεια: «τον αναγνώρισα αυτό το βράδυ όπως τον γνωρίζω σήμερα ― και δε σάλεψα ποτέ από τη βεβαιότητα ότι άκουα προφητικά λόγια, και για την Ελλάδα, και για τον κόσμο ολόκληρο.» Αυτή η «αναγνώριση» θα σημαδέψει το πνευματικό κομμάτι της γνωριμίας τους. Τον Σεπτέμβριο του 1907 παντρεύονται στην Αμερική.

Ω χώματα της γης μου!

Χώμα Λευκαδίτικο,
πρωτόχωμα
τιτάνια ζύμη του κορμιού μου
του ίδιου μου του ακοίμητου μυαλού!

Χώμα Αιγινήτικο,
αλαφρό σαν αφρομύγδαλο
πηλέ που μού δροσίζεις την καρδιά
σαν τα λαγήνια σου
που κρυώνουνε τα καλοκαίρια το νερό!

Χώμα της Πελοπόννησος,
που θρέφεις άμετρα τα κυπαρίσσια,
από το πιο μικρό
που παίζει με τον αέρα ως σκύμνος λιονταριού
ώσμε το μεγαλύτερο που η μνήμη μου κρατεί!

Αργίτικο φλογάτο κοκκινόχωμα,
που καις στον ήλιο ως πυρωμένο σίδερο –
κι ωστόσο σε φλογίζει ακόμα πιότερον η παπαρούνα!

Ω χώματα της γης μου,
μύρια κι αξεχώριστα σαν τα νερά.

Το 1914 πρωτοσυναντά τον Ν. Καζαντζάκη. Τους συνδέει από την αρχή μια εντονότατη συμπάθεια που εξελίσσεται γρήγορα σε βαθιά φιλία (αν και όχι ανέφελη: έντονες προσωπικότητες και οι δυο, ψυχραίνονται αργότερα και για μεγάλο χρονικό διάστημα, δεκαοχτώ ετών περίπου, διακόπτουν τις σχέσεις τους). Αναγνωρίζονται ως πνευματικοί συνοδοιπόροι. Ακολουθούν και οι δυο φιλοσοφικές θεωρήσεις επηρεασμένες από τη πρότυπο του νιτσεϊκού Υπερανθρώπου: ο άνθρωπος πρέπει να υπερβαίνει τα όρια της παγιωμένης αντίληψης της ηθικής και να συνεισφέρει με τη δύναμή του στη δημιουργία μιας ανώτερης τάξης πραγμάτων. Κυρίως όμως συναντιούνται σε μια κοινή επιθυμία διερεύνησης του θείου.

Οι δυο τους ξεκινούν κατά τα μέσα Νοεμβρίου για ένα ταξίδι θρησκευτικής αναζήτησης και ταυτόχρονα πνευματικής άσκησης στο Άγιο όρος.

«…Την άλλη μέρα φορέσαμε τα σιδερένια ποδήματα και κινήσαμε για το Άγιο Όρος…» θα γράψει ο Καζαντζάκης. Εκεί θα μείνουν σαράντα μέρες και θα συνεχίσει στο ημερολόγιο τους «…Έξοχη πρωινή άποψη του Άθω… Μέσα στο φεγγάρι κατεβαίναμε τις σκάλες με τα κομπολόγια στο χέρι να πάμε στην αγρύπνια. Στιγμή αιώνια. Σα να υποβασταζόμαστε από πτέρυγες αγγέλων…». Εκεί πάνω σε κείνα τα χώματα οραματίζονται και σχεδιάζουν ακόμα και την ίδρυση μιας νέας θρησκείας , πράγμα που δεν συνέβη τελικά ποτέ!

Σαν φεύγουν από το Άγιο Όρος , χειμώνας βαρύς, συναντούν μια αμυγδαλιά στο δρόμο τους και η φράση του Καζαντζάκη καταγράφεται για πάντα : « …Αδελφή, μίλησέ μου για το Θεό κι η μυγδαλιά άνθισε…»

Συνεχίζουν μαζί συνοδοιπόροι από την επόμενη χρονιά κι άλλα ταξίδια. Μυστράς, Σπάρτη, Ταΰγετος, Μυκήνες, Δελφοί, Θήβες, Ακρόπολη, Σίφνος, Συκιά, Ολυμπία. Στο μεταξύ ξεσπούν διάφορες ταραχές στην Ελλάδα σχετικά με τις διαφωνίες του Βενιζέλου με τον Βασιλιά και εμπλέκονται με τηλεγράφημά τους στην υποστήριξη του πρώτου, ιδιαιτέρως του Καζαντζάκη.

Στα 1923, όταν ο Κρητικός συγγραφέας έχει πια σχεδόν ολοκληρώσει την « Ασκητική » του αρχίζει να αισθάνεται ξένος ως προς τους παλιούς συντρόφους του και θα σημειώσει :«Έγραψα στο Σικελιανό πως οι δρόμοι μας πια αλλάξανε…».

Ο Καζαντζάκης πίστευε τόσο πολύ στον Σικελιανό και θεωρούσε ότι οι δυο τους μπορούσαν να αναδείξουν την πνευματικότητα της Ελλάδας στο εξωτερικό, ώστε του ζήτησε «να ενωθούν τα ονόματά τους αναπόσπαστα, γιατί, στην αγάπη, ένα πράμα, μοιραζόμενο, διπλασιάζεται. Και η τιμή για την Ελλάδα θα ‘ταν διπλή». «Σύμφωνοι. Εγώ θα σε στεφανώσω με το στεφάνι μου κι εσύ θα με στεφανώσεις με το δικό σου», απάντησε εκείνος. Το παρασκήνιο για τούτη την υποψηφιότητα είναι γνωστό και για τους δύο.

Η Ελένη Καζαντζάκη στο βιβλίο της «Ο ασυμβίβαστος» σκιαγραφεί τους δύο φίλους γράφοντας : «Ο Ιόνιος βάρδος, γλυκός κι αστραποβόλος, κατανυκτικός σαν τους πρίγκιπες της Αναγέννησης, καλύτερα σαν αρχιερέας κάποιας ασιατικής θεότητας, με τη φαρδομάνικη πάλλευκη μεταξωτή πουκαμίσα του (…).Ο Κρητικός, γιος χωρικού, με τις λεπτές κλειδώσεις, ντροπαλός, ντυμένος από τα ξημερώματα με το μπλάβο ντρίλινο παντελόνι της αργατιάς και το πορτοκαλί του πουκάμισο. Κι οι δύο άνετα μπρος τους ισχυρούς ή τους απόκληρους της γης μας, κι οι δύο πάνω από το κοινό μέτρο. Κι οι δύο άρχοντες στο γέλιο…».

Η απελευθέρωση της Ελλάδας βρίσκει τον Σικελιανό 60 ετών. Τη χαιρετίζει συγκινημένος σε ένα θερμό λόγο που εκφωνεί από το Ραδιοφωνικό σταθμό Αθηνών στις 14 Οκτωβρίου 1944, δυο μέρες αφού αποχωρούν και οι τελευταίοι Γερμανοί από την Αθήνα ― το πρώτο μήνυμα της ελευθερίας. Δεν του απομένουν πολλά χρόνια ζωής. Χρωστάει ωστόσο μερικές μάχες ακόμα, μια για τη συναδέλφωση των Ελλήνων: το 1947 από το βήμα της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών εκφωνεί έναν λόγο-έκκληση για τη συμφιλίωση των πνευματικών ανθρώπων της χώρας. Στα 1950 παθαίνει ένα οξύ εγκεφαλικό επεισόδιο. Είναι η αρχή του τέλους. Το Μάιο του 1951 εισάγεται στο νοσοκομείο δηλητηριασμένος από λήψη λάθος φαρμάκου. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας πεθαίνει στις 19 Ιουνίου στην κλινική «Παμμακάριστος».

Γιατί δεν είπα: «εδώ η ζωή αρχίζει, εδώ τελειώνει…»
μα «αν είν’ η μέρα βροχερή, σέρνει πιο πλούσιο φως…
μα κι ο σεισμός βαθύτερη τη χτίση θεμελιώνει,
τι ο ζωντανός παλμός της γης που πλάθει είναι κρυφός…»
νά που, ό,τι στάθη εφήμερο, σα σύγνεφο αναλιώνει,
νά που ο μέγας Θάνατος μου γίνηκε αδερφός!…

Το Βραβείο Νόμπελ δεν το πήρε ποτέ. Είναι πάντως εντυπωσιακό ότι κατά την υποψηφιότητά του υποστηρίχθηκε από πνευματικούς ανθρώπους όπως ο Πωλ Κλωντέλ, ο Αντρέ Ζιντ, ο Χένρι Μίλερ και έγινε στόχος των φανατικών Ελλήνων. Ούτε ακαδημαϊκός έγινε. Η αναγνώριση του έργου του, αν και υπήρξε ευρύτατη, εμποδίστηκε πάντα από τη δυσκολία πρόσληψης του ιδιότυπου μεταφυσικού του οράματος. Ο ίδιος όμως ενέταξε το έργο του σ’ αυτό το όραμα και έζησε σαν ποιητής: έναν βίο λυρικό.

Πηγή:(Μπουρναζάκης, 2006: 35, Πρεβελάκης, 1984: 36, wikipedia.gr,

Επιμέλεια: Κέλλυ Πήλιουρα

Σχετικά με miga art press

Τέχνη. Και καθημερινότητα. Αλλά και πώς η Τέχνη μπαίνει μέσα στην καθημερινότητά μας, ή μήπως η καθημερινότητά μας περιστρέφεται γύρω από την Τέχνη; Και σκέψεις και συναισθήματα, έτσι όπως αυτά διαμορφώνονται από την επαφή μας με την Τέχνη, αλλά και από την κοινωνική πραγματικότητα στην οποία ζούμε. Οι τρόποι που την αντιλαμβανόμαστε και την συναισθανόμαστε. Και την Τέχνη και την καθημερινότητα. Εν τέλει, και εν ολίγοις, ο λόγος μας για Τέχνη μέσα στην καθημερινότητά μας. Κι εδώ προκύπτει το εξής: τι να πρωτο-πει κανείς; Τι να πρωτο-γράψει; Από ποια θέση; Ερωτήματα που μας ώθησαν να φτιάξουμε αυτό το blog, έτσι ώστε, από κάποια αφετηρία, και μέσω του γραπτού λόγου, να ξεκινήσουμε από κάπου. Μαζί σας. Και αν η Τέχνη γίνεται καμβάς για τα συναισθήματα και για τις σκέψεις μας, ταυτόχρονα δεν αποκλείεται να διαταράσσει τα «κοινώς αποδεκτά», την «κοινή λογική», την «κοινή ησυχία». Για να βάλει –ή μήπως να σχηματοποιήσει υπάρχουσες- νέες δυναμικές στα κοινά κείμενα. Και κάπως έτσι προέκυψε η «Μύγα». Έντομο μικρό, -και όμως σκέφτεσαι κάτι πιο ενοχλητικό, ιδίως σε μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα, σαν αυτές που έρχονται; Ασταμάτητη, και με έναν ασίγαστο βόμβο, ικανότητα στο να «ενοχλήσει», και –γιατί όχι;-, να «διαταράξει». Καλές πτήσεις! Η Συντακτική Ομάδα του «Μύγα Art Press»

Δείτε όλα τα άρθρα του/της miga art press →

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *