Τότε είπε και γεννήθηκεν η θάλασσα..

“Θάλασσα λανθασμένη δε γίνεται” (Ελύτης)

Στον απόηχο του καλοκαιριού τα λόγια των ποιητών για την θάλασσα και την απεραντοσύνη που καλπάζει στα κύματα της – στα κύματα μας…

“Τότε είπε και γεννήθηκεν η θάλασσα
Και είδα και θαύμασα
Και στη μέση της έσπειρε κόσμους μικρούς κατ’ εικόνα και ομοίωσή μου:
Ίπποι πέτρινοι με τη χαίτη ορθή
και γαλήνιοι αμφορείς
και λοξές δελφινιών ράχες
η Ίος η Σίκινος η Σέριφος η Μήλος
«Κάθε λέξη κι από ‘να χελιδόνι
για να σου φέρνει την άνοιξη μέσα στο θέρος» είπε
Και πολλά τα λιόδεντρα
που να κρησάρουν στα χέρια τους το φως
κι ελαφρό ν’ απλώνεται στον ύπνο σου
και πολλά τα τζιτζίκια
που να μην τα νιώθεις
όπως δε νιώθεις το σφυγμό στο χέρι σου
αλλά λίγο το νερό
για να το ‘χεις Θεό και να κατέχεις τι σημαίνει ο λόγος του
και το δέντρο μονάχο του
χωρίς κοπάδι
για να το κάνεις φίλο σου
και να γνωρίζεις τ’ ακριβό του τ’ όνομα φτενό στα πόδια σου το χώμα
για να μην έχεις πού ν’ απλώσεις ρίζα
και να τραβάς του βάθους ολοένα
και πλατύς επάνου ο ουρανός
για να διαβάζεις μόνος σου την απεραντοσύνη.
ΑΥΤOΣ
ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!”(Ο. Ελύτης)

Ντίνος Χριστιανόπουλος Η Θάλασσα :

Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα: μπαίνεις και δεν ξέρεις αν θα βγεις.

Πόσοι δεν έφαγαν τα νιάτα τους –μοιραίες βουτιές, θανατερές καταδύσεις, γράμπες, πηγάδια, βράχια αθέατα, ρουφήχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.

Αλίμονο αν κόψουμε τα μπάνια Μόνο και μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.

Αλίμονο αν προδώσουμε τη θάλασσα. Γιατί έχει τρόπους να μας καταπίνει.

Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα: χίλιοι τη χαίρονται – ένας την πληρώνει.

Το Εγκώμιο της Θαλάσσης K. Καρυωτάκης:

Ι Η θάλασσα είναι η μόνη μου αγάπη. Γιατί έχει την όψη του ιδανικού. Και τ’ όνομά της είναι ένα θαυμαστικό. Δε θυμάμαι το πρώτο αντίκρισμά της. Χωρίς άλλο θα κατέβαινα από μια κορφή, φέρνοντας αγκαλιές λουλούδια. Παιδί ακόμα, εσκεπτόμουν το ρυθμό του φλοίσβου της.

Ξαπλωμένος στην αμμουδιά, εταξίδευα με τα καράβια που περνούσαν. Ένας κόσμος γεννιόταν γύρω μου. Οι αύρες μού άγγιζαν τα μαλλιά. Αστραφτε η μέρα στο πρόσωπό μου και στα χαλίκια. Όλα μου ήταν ευπρόσδεκτα: ο ήλιος, τα λευκά σύννεφα, η μακρινή βοή της.

Αλλά η θάλασσα επειδή ήξερε, είχε αρχίσει το τραγούδι της, το τραγούδι της που δεσμεύει και παρηγορεί.

Είδα πολλά λιμάνια. Στοιβαγμένες πράσινες βάρκες επήγαιναν δώθε κείθε σαν εύθυμοι μικροί μαθητές. Κουρασμένα πλοία, με ονόματα περίεργα, εξωτικά, ύψωναν κάθε πρωί τη σκιά τους. Ανθρωποι σκεφτικοί, ώριμοι από την άλμη, ανέβαιναν σταθερά τις απότομες, κρεμαστές σκάλες. Αγρια περιστέρια ζυγίζονταν στις κεραίες.

Ύστερα ενύχτωσε. Μια κόκκινη γραμμή στον ορίζοντα, μόλις έβρισκε απάντηση στις ράχες των μεγάλων, αργών κυμάτων. Εσάλευαν σαν από κάποια μυστική, εσωτερική αιτία, και άπλωναν πλησιάζοντας, για να σπάσουν απαλά, βουβά. Όλα τ’ άλλα — ο ουρανός, τα βουνά αντίκρυ, το ανοιχτό πέλαγος — ένα τεράστιο μάυρο παραπέτασμα.

ΙΙ Ἔζησε κανεὶς θλιβερὰ πράγματα. (Σπίτια μαῦρα, κλειστά. Ἀναιμικά, ἐξόριστα δέντρα τοῦ δρόμου. Ἡ «μαντάμα» μετράει ἀπογοητευμένη τὶς μάρκες της. Στὴν πλατεία οἱ λοῦστροι, κουρασμένοι νὰ κάθονται, σηκώνονται καὶ παίζουν μεταξύ τους. Ὁ νέος νομάρχης, μὲ μονόκλ, ἐπροσφώνησε τοὺς ὑπαλλήλους. Δίπλα ἐξύπνησαν γιὰ νὰ πάρουν τὸ τρένο. Ποτὰ ἀνδρῶν 10 δρ., ποτὰ γυναικῶν 32,50 δρ.) Στὸν ἄνεμο ἀνοίγει ἕνα παράθυρο, κ᾿ ἔρχεται μπροστά μας. Ὅλα ξεχνιοῦνται. Εἶναι ἐκεῖ, ἄσπιλη, ἀπέραντη, αἰώνια. Μὲ τὸ πλατύ της γέλιο σκεπάζει τὴν ἀσχήμια της. Μὲ τὴ βαθύτητά της μυκτηρίζει. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἐμπόρου πεθαμένη καὶ περπατεῖ. Ἡ ψυχὴ τῆς κοσμικῆς κυρίας φορεῖ τὰ πατίνια της. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου λούζεται στὴν ἁγνότητα τῆς θαλάσσης. Βρίσκει ἡ νοσταλγία μας διέξοδο καὶ ὁ πόνος μας τὴν ἔκφρασή του.

Κωστής Παλαμάς – Μία πίκρα:

Τὰ πρῶτα μου χρόνια τ᾿ ἀξέχαστα τἄζησα κοντὰ στ᾿ ἀκρογιάλι, στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη, στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.

Καὶ κάθε φορὰ ποὺ μπροστά μου ἡ πρωτάνθιστη ζωούλα προβάλλει, καὶ βλέπω τὰ ὀνείρατα κι ἀκούω τὰ μιλήματα τῶν πρώτων μου χρόνων κοντὰ στὸ ἀκρογιάλι, στενάζεις καρδιά μου τὸ ἴδιο ἀναστέναγμα: Νὰ ζοῦσα καὶ πάλι στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη, στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.

Μιὰ μένα εἶναι ἡ μοίρα μου, μιὰ μένα εἶν᾿ ἡ χάρη μου, δὲν γνώρισα κι ἄλλη: Μιὰ θάλασσα μέσα μου σὰ λίμνη γλυκόστρωτη καὶ σὰν ὠκιανός ἀνοιχτὴ καὶ μεγάλη.

Καὶ νά! μέσ᾿ στὸν ὕπνο μου τὴν ἔφερε τ᾿ ὄνειρο κοντά μου καὶ πάλι τὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη, τὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.

Κι ἐμέ, τρισαλίμονο! μιὰ πίκρα μὲ πίκραινε, μιὰ πίκρα μεγάλη, καὶ δὲ μοῦ τὴ γλύκαινες πανώριο ξαγνάντεμα τῆς πρώτης λαχτάρας μου, καλό μου ἀκρογιάλι!

Ποιὰ τάχα φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου καὶ ποιὰ ἀνεμοζάλη, ποὺ δὲ μοῦ τὴν κοίμιζες καὶ δὲν τὴν ἀνάπαυες, πανώριο ξαγνάντεμα κοντὰ στ᾿ ἀκρογιάλι;

Μιὰ πίκρα εἶν᾿ ἀμίλητη, μιὰ πίκρα εἶν᾿ ἀξήγητη, μιὰ πίκρα μεγάλη, ἡ πίκρα ποὺ εἶν᾿ ἄσβηστη καὶ μέσ᾿ τὸν παράδεισο τῶν πρώτων μας χρόνων κοντὰ στὸ ἀκρογιάλι.

Κ. Π. Καβάφης, «Φωνή απ’ την Θάλασσα”:

Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή 
φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί
και την ευφραίνει.

Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Το ψάλλει με την θεία της φωνή εκείνη,
όταν στους ώμους της απλώνει την γαλήνη
σαν φόρεμά της ο καιρός ο θερινός.

Φέρνει μηνύματα εις ταις ψυχαίς δροσάτα
η μελωδία της. Τα περασμένα νειάτα
θυμίζει χωρίς πίκρα και χωρίς καϋμό.
Οι περασμένοι έρωτες κρυφομιλούνε,
αισθήματα λησμονημένα ξαναζούνε
μες στων κυμάτων τον γλυκόν ανασασμό.

Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Και σαν κυττάζεις την υγρή της πεδιάδα,
σαν βλέπεις την απέραντή της πρασινάδα,
τον κάμπο της πούναι κοντά και τόσο μακρυνός,
γεμάτος με λουλούδια κίτρινα που σπέρνει
το φως σαν κηπουρός, χαρά σε παίρνει
και σε μεθά, και σε υψώνει την καρδιά.
Κι αν ήσαι νέος, μες σταις φλέβες σου θα τρέξη
της θάλασσας ο πόθος· θα σε ’πη μια λέξι
το κύμα απ’ τον έρωτά του, και θα βρέξη
με μυστική τον έρωτά σου μυρωδιά.

Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή —
φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί
και την ευφραίνει.

Τραγούδι είναι, ή παράπονο πνιγμένων; —
το τραγικό παράπονο των πεθαμένων,
που σάβανό των έχουν τον ψυχρόν αφρό,
και κλαίν για ταις γυναίκες των, για τα παιδιά των,
και τους γονείς των, για την έρημη φωλιά των,
ενώ τους παραδέρνει πέλαγο πικρό,

σε βράχους και σε πέτραις κοφτεραίς τους σπρώχνει,
τους μπλέκει μες στα φύκια, τους τραβά, τους διώχνει,
κ’ εκείνοι τρέχουνε σαν νάσαν ζωντανοί
με ολάνοιχτα τα μάτια τρομαγμένα,
και με τα χέρια των άγρια, τεντωμένα,
από την αγωνία των την υστερνή.

Τραγούδι είναι, ή παράπονο πνιγμένων;—
το τραγικό παράπονο των πεθαμένων
που κοιμητήριο ποθούν χριστιανικό.
Τάφο, που συγγενείς με δάκρυα ραντίζουν,
και με λουλούδια χέρια προσφιλή στολίζουν,
και που ο ήλιος χύνει φως ζεστό κ’ ευσπλαγχνικό.

Τάφο, που ο πανάχραντος Σταυρός φυλάει,
που κάποτε κανένας ιερεύς θα παή
θυμίαμα να κάψη και να ‘πη ευχή.
Χήρα τον φέρνει που τον άνδρα της θυμάται
ή υιός, ή κάποτε και φίλος που λυπάται.
Τον πεθαμένο μνημονεύουν· και κοιμάται
πιο ήσυχα, συγχωρεμένη η ψυχή.

Γιώργος Σαραντάρης-Άλλοτε η θάλασσα:

Ἄλλοτε ἡ θάλασσά μας εἶχε σηκώσει στὰ φτερά της
Μαζί της κατεβαίναμε στὸν ὕπνο
Μαζί της ψαρεύαμε τὰ πουλιὰ στὸν ἀγέρα
Τὶς ἡμέρες κολυμπούσαμε μέσα στὶς φωνὲς καὶ τὰ χρώματα
Τὰ βράδια ξαπλώναμε κάτω ἀπ’ τὰ δέντρα καὶ τὰ σύννεφα
Τὶς νύχτες ξυπνούσαμε γιὰ νὰ τραγουδήσουμε
Ἦταν τότε ὁ καιρὸς τρικυμία χαλασμὸς κόσμου
Καὶ μονάχα ὕστερα ἡσυχία
Ἀλλὰ ἐμεῖς πηγαίναμε χωρὶς νὰ μᾶς ἐμποδίζει κανεὶς
Νὰ σκορπᾶμε καὶ νὰ παίρνουμε χαρὰ
Ἀπὸ τοὺς βράχους ὡς τὰ βουνά μας ὁδηγοῦσε ὁ Γαλαξίας
Καὶ ὅταν ἔλειπε ἡ θάλασσα ἦταν κοντὰ ὁ Θεὸς.

Νικηφόρος Βρετάκος – Άπλωνα, θάλασσα:

Άπλωνα, θάλασσα, τα χέρια παντού,
Ζητώντας απ’ όλα βοήθεια κι αγάπη.
Όλα μου έδωσαν. Κ’ εκτός από τον
ομιλούντα σου φλοίσβο και τον
ρυακίζοντα ουρανό, η ψυχή μου
πήρε απ’ όλα, θησαύρισε
πράγματα. Κ’ έγινε ομοίωση,
σώμα μικρό του παντός. Η φωνή του
φωνή μου, φως μου το φως του.
Η ψυχή μου, ο κόσμος που γίνεται
λόγος. Η ψυχή μου, ο λόγος
που γίνεται κόσμος

Κική Δημουλά – Εξοπλισμός θερινών αναγκών:

Κάτι ορθάνοιχτα παράθυρα
ανεβάζουν καλοκαίρι με το γερανό της μύγας.

Μετρώ και λείπουνε μιά δυό συλλαβές του
και το πόδι του λάμδα σπασμένο
Κουνιότανε από πέρυσι.

Τώρα που θα καθίσει τόση ελάττωση
κι όλη η συνοδεία των ευνούχων της.
Πάντως είναι στέρεο το ελαττούμενο
σηκώνει τόνους άλγη. Κάτσε άφοβα.

Καλού κακού θα προσθέσω στον κατάλογο
μια ξαπλώστρα εις αντικατάστασιν
του σπασμένου λάμδα.

Χρειάζομαι επίσης
Τρανζιστοράκι κολλητό στ’ αυτάκια των κυμάτων
ν’ ακούνε μουσική από σταθμούς πειρατικούς της άμμου.
Ένα τραγούδι ευσυγκίνητο κομίζει συλλαβές
ίδιες σχεδόν μ’ αυτές που βρέθηκαν να λείπουν από
το καλοκαίρι και παραπανίσιες μάλιστα. Μην τύχει
να θυμηθείς και άλλους. Να έχουν να καθίσουν.

Γυαλιά απορροφητικά, μη θυμηθώ περισσότερους.
Αν και φορώ πότε πότε καπνούς επαφής.

Καπέλο για τον ήλιο
παρόλο που δεν καίει όπως τότε
που ήσουν μέρα νύχτα εφευρέτης του.
Να δοκιμάσω από περιέργεια ένα έγκαυμα παλιό
να δω αν ξεφλούδισε ο τρελός
έρωτας της πλάτης μου για δαύτο.

Μαγιό καινούργιο –πάχυνε πολύ η κάθοδός μου.
Να πω την αλήθεια λιγουρεύομαι
κι ένα καινούργιο σώμα να κάθομαι στα μίλια του
και να χαϊδεύω τις αέρινες ρυτίδες της θαλάσσης.
Αλλά θα επικρατήσει τελικά η λογική
του σώματος ετούτου που διαθέτω.

Άπαντα τα λάμδα της θαλάσσης
προσεκτικά να τ’ ανεβάζει ένα ένα
μέσα σε διάφανα μπλε σταγονίδια μη σπάσουν
ο γερανός του γλάρου.

Ποια θάλασσα;
Σκέτο νερό πειρατής οφθαλμαπάτης.
Πρόσφυγας εκ της μακρινής κοσμογονίας.
Εκμαυλιστικά απέραντο χάρη στις βαραθρώσεις
σχιζοειδής οξυθυμίες αρχικά του σύμπαντος.
Οφθαλμοπόρνος της ιερόδουλης φυγής.

Ποια θάλασσα;
Καιρός να επικρατήσει η λογική
του σώματος ετούτου που διαθέτεις.

Ντύσου και κολύμπα.
(Απαγορεύεται η ρίψις δακρύων.
Είναι που είναι από μόνη της αλμυρή
λύσσα η ωριμότης).

Κώστας Βάρναλης -Να σ’ αγναντεύω θάλασσα:

Να σ’ αγναντεύω, θάλασσα,
να μη χορταίνω απ’ το βουνό ψηλά
στρωτή και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω
απ’ τα μαλάματά σου τα πολλά.

Να ναι χινοπωριάτικον απομεσήμερο,
όντας μετ’ άξαφνη νεροποντή
χυμάει μες απ’ τα σύννεφα θαμπωτικά γελώντας
ήλιος χωρίς μαντύ.

Να ταξιδεύουν στον αγέρα τα νησάκια,
οι κάβοι, τ’ ακρόγιαλα σαν μεταξένιοι αχνοί
και με τους γλάρους συνοδιά κάποτ’ ένα καράβι
ν’ ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί.

Ξανανιωμένα απ’ το λουτρό να ροβολάνε κάτου
την κόκκινη πλαγιά χορευτικά τα πεύκα,
τα χρυσόπευκα, κι ανθός του μαλαμάτου
να στάζουν τα μαλλιά τους τα μυριστικά.

Κι αντάμα τους να σέρνουνε στο φωτεινό χορό τους
ως μέσα στο νερό τα ερημικά χιονόσπιτα
κι αυτά μες στ’ όνειρό τους να τραγουδάνε, αξύπνητα καιρό.

Έτσι να στέκω, θάλασσα, παντοτεινέ έρωτά μου
με μάτια να σε χαίρομαι θολά
και να ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου,
πίσω κι αλάργα βάσανα πολλά.

Ως να με πάρεις κάποτε, μαργιόλα συ,
στους κόρφους σου αψηλά τους ανθισμένους
και να με πας πολύ μακρυά απ’ τη μαύρη τούτη Κόλαση,
μακρυά πολύ κι από τους μαύρους κολασμένους.

Edgar Allan Poe – Η Πολιτεία στη Θάλασσα:

Ω! ο Θάνατος το θρόνο του ορθώνει
Σε πολιτεία παράξενη και μόνη
Πέρα βαθιά στη θαμπωμένη Δύση
Εκεί όπου κάθε δαιμόνια και θεία φύση
Έχει αιώνια ανάπαυση ζητήσει.
Κανένα μνήμα εκεί, ή πύργος, ή παλάτι
(Που μες το χρόνο αναρρίγητα κι αιώνια μένει)
Δεν μοιάζει από τον κόσμο μας με κάτι.
Κι ολόγυρα, από κάθε ανάσα ξεχασμένη
Ράθυμη κάτω απ’ την ουράνια σκέπη
Με έρμα νερά η θάλασσα έρπει.

Καμιά ακτίνα τ’ Ουρανού δεν κατεβαίνει
Στης πόλης τη νυχτιά που αιώνια μένει.
Μόνο της θάλασσας το φως που αναρριγεί
Πάνω στ’ ακρόπυργα γλιστράει μες τη σιγή
Πάνω στους θόλους στέλνει εβένινη μαρμαρυγή
Πάνω στους τρούλους -και τα μέγαρα τα αιώνια-
Στους ναούς πάνω –και τα τείχη της τα Βαβυλώνια-
Πάνω στα σκιερά περίπτερα τα ξεχασμένα
Μ’ άσπρο κισσό και πέτρινα άνθη σμιλεμένα-
Πάνω στα μύρια θαυμαστά εκείνα μνήματα
Που συνυφαίνουν στων ζωφόρων τους τα σχήματα
Τις βιόλες, τις βιολέτες και τα κλήματα.
Ράθυμη κάτω απ’ την ουράνια σκέπη
Με έρμα νερά η θάλασσα έρπει.
Τόσο οι σκιές μπερδεύονται εκεί πέρα
Που όλα θαρρείς πως αιωρούνται στον αέρα,
Ενώ από πύργο που περήφανος φαντάζει
Γιγάντια ο Θάνατος κοιτάζει.

Εκεί ανοιχτοί ναοί και ραγισμένα μνήματα
Χάσκουνε πλάι στα φωτεινά του πόντου κύματα.
Μα ούτε ο αμέτρητος ο πλούτος εκεί διόλου
Απ’ τ’ αδαμάντινο το μάτι κάθε ειδώλου
Ούτε οι νεκροί που λαμπρά σάβανα φορούνε
Τα φωτεινά νερά στην κοίτη τους δεν συγκινούνε.
Και δεν χαράζει έτσι, αλίμονο, ρυτίδα μια
Πάνω στη γυάλινη, ασάλευτη ερημιά-
Κανένα φούσκωμα της θάλασσας δεν λέει
Άνεμος σ’ άλλα πιο χαρούμενα νερά πως πνέει-
Κανένας φλοίσβος δεν στριφογυρνά να δείξει
Πως έχει άνεμος σε ζωντανά νερά φυσήξει.

Μα να, σαν κάτι να σαλεύει στον αέρα!
Το κύμα -φαίνεται μια κίνηση εκεί πέρα!
Σάμπως οι πύργοι κάπως να σπρωχτήκαν
Και λίγο στη μουντή παλίρροια βυθιστήκαν-
Σαν οι κορφές τους πως αφήσαν κάποιο πόντο
Κενό μέσα στο σκούρο Ουράνιο φόντο.
Λάμψεις πιο κόκκινες τώρα απ’ τα κύματα ανεβαίνουν-
Οι ώρες σιγά κι αδύναμα αργοανασαίνουν-
Κι όταν με πλήθος από απόκοσμους θρήνους ζωσμένη
Βαθιά, βαθιά η πολιτεία καταδυθεί
Η Κόλαση από χίλιους θρόνους σηκωμένη
Με σεβασμό θα της υποκλιθεί.

Κατερίνα Γώγου -Μη φωνάζεις σε παρακαλώ:

Μη φωνάζεις σε παρακαλώ! Μη φωνάζεις. Όλοι οι άνθρωποι φωνάζουν!

Είναι ωραία να μιλούν σιγά..

Άκου! Μιλάει η θάλασσα! Ξέρεις τι λέει;

Ελευθερία λέει.. Ελευθερία λέει..!

Γιάννης Ρίτσος -Το εμβατήριο του Ωκεανού:

(απόσπασμα)

[…]
ΠΙΣΩ απ’ τους βράχους έρπει ερημική
η ασημένια σκέψη της σελήνης.

Στο παιδικό προσκέφαλο γυαλιστερά κοχύλια
κυανές φωνές του ωκεανού στον ύπνο
οι Σειρήνες με λύρες από κόκαλα ψαριών.

Ω Θεά του μακρινού νησιού
στο πελαγίσιο σου άντρο οι σταλακτίτες
κι αν μελωδούν τον ύπνο της ωχρής γαλήνης
κι αν το λαμπρό σου στήθος αμιλλάται
τον μπλαβό κύκλο του έναστρου πελάγου
κι είναι ένα στέφανο ξανθό από μέλισσες
γύρω στην κρήνη όπου το φως εισδύει αδιόρατο
αρωματίζοντας τη σκιά των τρισμεγάλων δέντρων—
το ξέρεις πως θα φύγει ο πολυμήχανος.

Ο Λαέρτης με το σκύλο του πάνω στο βράχο
θα περιμένει μάταια.

Καθώς Εκείνος έβγαινε απ’ τη θάλασσα γυμνός
χρυσός απ’ τ’ αυγινό νερό
με ορθή την ήβη σχεδιασμένη στην κορνίζα του ήλιου
φεύγαν η Ναυσικά κι οι ωραίες παρθένες έντρομες
πίσω απ’ τα δέντρα
και τα γυμνά τους πέλματα μετέωρα
λαός περιστεριών από άσπρο φως
φτερούγιζαν στην πράσινη αντανάκλαση της χλόης.

…Έξω στο λιακωτό σιμά στη θάλασσα
το βραδινό τραπέζι μας λιτό.
Μούσκευε στο κρασί ψωμί σταρένιο η Άνοιξη
και το φεγγάρι μυστικά ζωγράφιζε
στα ελληνικά χωμάτινα λαγήνια
σκηνές από την Τροία.

Το ’ξερες πως θα φύγουμε μητέρα
κι αλάτιζες το δείπνο μας με δάκρυ
σκυφτή και λυπημένη κάτω απ’ τ’ άστρα
και στα περβάζια του νησιού στενάζαν τα κορίτσια
που αρραβωνιάστηκαν τον Οδυσσέα.

[…]

 

“Τη θάλασσα τη θάλασσα ποιος θα μπορέσει να την εξαντλήσει;” (Σεφέρης)

Σχετικά με miga art press

Τέχνη. Και καθημερινότητα. Αλλά και πώς η Τέχνη μπαίνει μέσα στην καθημερινότητά μας, ή μήπως η καθημερινότητά μας περιστρέφεται γύρω από την Τέχνη; Και σκέψεις και συναισθήματα, έτσι όπως αυτά διαμορφώνονται από την επαφή μας με την Τέχνη, αλλά και από την κοινωνική πραγματικότητα στην οποία ζούμε. Οι τρόποι που την αντιλαμβανόμαστε και την συναισθανόμαστε. Και την Τέχνη και την καθημερινότητα. Εν τέλει, και εν ολίγοις, ο λόγος μας για Τέχνη μέσα στην καθημερινότητά μας. Κι εδώ προκύπτει το εξής: τι να πρωτο-πει κανείς; Τι να πρωτο-γράψει; Από ποια θέση; Ερωτήματα που μας ώθησαν να φτιάξουμε αυτό το blog, έτσι ώστε, από κάποια αφετηρία, και μέσω του γραπτού λόγου, να ξεκινήσουμε από κάπου. Μαζί σας. Και αν η Τέχνη γίνεται καμβάς για τα συναισθήματα και για τις σκέψεις μας, ταυτόχρονα δεν αποκλείεται να διαταράσσει τα «κοινώς αποδεκτά», την «κοινή λογική», την «κοινή ησυχία». Για να βάλει –ή μήπως να σχηματοποιήσει υπάρχουσες- νέες δυναμικές στα κοινά κείμενα. Και κάπως έτσι προέκυψε η «Μύγα». Έντομο μικρό, -και όμως σκέφτεσαι κάτι πιο ενοχλητικό, ιδίως σε μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα, σαν αυτές που έρχονται; Ασταμάτητη, και με έναν ασίγαστο βόμβο, ικανότητα στο να «ενοχλήσει», και –γιατί όχι;-, να «διαταράξει». Καλές πτήσεις! Η Συντακτική Ομάδα του «Μύγα Art Press»

Δείτε όλα τα άρθρα του/της miga art press →

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *