Bazooka: Zero Hits. Ή αλλιώς Πανκ με φανκ!

Ακούγοντας απ’ την αρχή ως το τέλος το νέο δίσκο των Bazooka, σου λύνεται η απορία για την επιλογή του ονόματος –τουλάχιστον στη δική μου λογική (;): “Zero Hits”, λοιπόν! Γιατί πολύ απλά, ο δίσκος δεν περιέχει έτοιμα “hit” –εσύ θα διαλέξεις το τραγούδι(α) που σου ταιριάζει και θα το  μετατρέψεις στο δικό σου hit, αυτό που θα εκφράσει τις στιγμές και το συναίσθημά σου.

O δίσκος αυτός έρχεται στον απόηχο της «Άχρηστης Γενιάς» και της «Ζουγκλας». Η αρχή του εκρητική, σα να μην πέρασε στιγμή από τον προηγούμενο δίσκο, πιάνουν το νήμα από εκεί ακριβώς που το άφησαν. Είναι εδώ οι πειραματισμοί που μας κέντρισαν το ενδιαφέρον στη «Ζούγκλα», είναι εδώ η αμεσότητα και η ειρωνία στον ελληνικό στίχο, και πάνω απ’ όλα ο πανκ χαρακτήρας. Αυθάδεις και άμεσοι, σπάνε τις φόρμες, και ακούς από το πρώτο μέχρι το τελευταίο τραγούδι το επόμενο βήμα στην πορεία τους. Και σε προ(σ)καλούν:

Με την ανοχή γέλα

Μες στην ενοχή έλα 

Η μοναξιά είτε ως απομόνωση, είτε ως αποξένωση, είναι θέμα που επανέρχεται, με τις δυνατές εντάσεις να ξορκίζουν το συναίσθημα. Την ειρωνία του «Δεν ξέρω αν σ’αρέσει που είσαι έξω στη ζωή/ Μα εμένα μου αρέσει πολύ στη φυλακή», διαδέχεται ο περίπατος μέσα σ’ ένα αστικό τοπίο, στο απόλυτο «Κενό», με τα χάλκινα να επιβάλλονται, και τα funk ρυθμικά σχήματα να σχηματίζουν ένα δεύτερο επίπεδο παράλληλο στα πανκ φωνητικά. Η ανθρώπινη μοναξιά μέσα σε μια υλική πληθώρα στο «Μόνος» μεγενθύνονται, και την απελπισία διαδέχεται η ειρωνία του «Οι βλάκες κάνουνε παρελαση», που φέρνει στο μυαλό την παρανοϊκή πολλές φορές μα πάντα εύστοχη κριτική που ακούει κανείς στους στίχους των Τρύπες.

Οι βλάκες κάνουνε παρέλαση

Δεν ξέρουν να κάνουν μια αφαίρεση 

«Έχω κουραστεί» -τραγουδισμένο σε όλους τους τόνους- λίγο πριν τη μέση του άλμπουμ, με τα πλήκτρα (να θυμίζουν στιγμές από τα ‘80s και τους ΑΝΤΙ) και το μπάσο υφαίνουν για άλλη μια φορά έναν ψυχεδελικό ιστό έτοιμο να σπάσει από στιγμή σε στιγμή, ένα κομμάτι με διάρκεια μόλις 1:52, και συνάμα –κυριολεκτικά και μεταφορικά- κομβικό στη δομή του δίσκου. Τα άγχη, ο θόρυβος της καθημερινότητας «Μέσα στην πόλη», τα αδιέξοδα, οι αμφιβολίες και η έγνοια μήπως «κάτι έχω προδώσει», οδηγούν στη «Βραδυνή Βάρδια». Εκεί είναι που βρίσκεται το φάρμακο για όλα τα αδιέξοδα, που δεν είναι άλλο από το Rock ‘n’ Roll, αυτό που δίνει νέο νόημα στη ζωή:

 

Eίπα στον εαυτό μου

μεγάλε θα μάθεις κιθάρα

Θα κάνεις συγκρότημα

αν θες να τη βρεις

Και απ’ τη σκατοζωή,

θα κάνεις ζωάρα

υπάρχει μια ζωή

που δεν σ’αφήναν να ζεις.

Ο Εαυτός μπροστά στην ανάκλαση του καθρέφτη στο «Χρώμα του Τρελού» με την ψυχεδέλεια να ξεχειλίζει στον στίχο και στη μουσική και ακολούθως οι «Αδιάφορες Ματιές». Ίσως από τα πιο ξεχωριστά κομμάτια, με τα funk ρυθμικά στα κρουστά και την ψυχεδέλεια αυτή τη φορά να έρχεται όχι από ένα δυστοπικό παρόν, αλλά από το καλειδοσκόπιο των ‘60s, και μια έξοδο ευφυέστατη με τις οργανικές γραμμές να πλέκονται μεταξύ τους, υπογραμμίζοντας τις αντιφάσεις των στίχων.

Το «Μην Κοιτάς Πίσω» θυμίζει ευχάριστα στιγμές από την προηγούμενη δουλειά τους, ενώ στη «Σουλτάνα», ένιωσα πως συναντιώνται οι διαδρομές του «ξένου» με το «ελληνικό» πανκ, μη αφήνοντας απ’ έξω θα έλεγα μορφές όπως οι Βανδαλούπ.

Και για το τέλος, «Τα σπάω όλα», λιτό και uptempo, για ένα φινάλε «κατεδαφιστικό», όπως αρμόζει σε μία μπάντα που πάνω απ’ όλα είναι πανκ.

Μπάσο «μεταλλικό» σφιχτοδεμένο με τα τύμπανα, επιθετικές κιθάρες να κρατούν ακούραστα τον ρυθμό αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του άλμπουμ αυτού, με τα κρουστά να δαιμονίζονται , και τα χάλκινα να επιβάλλονται και να βγάζουν το πανκ από την καθιερωμένη φόρμα του, και εν τέλει να το επιστρέφουν στην ουσία του.

*

Ο δίσκος ηχογραφήθηκε στο Electric Highway Studio με μηχανικό ήχου τον Γιάννη Βούλγαρη, σε παραγωγή του ίδιου του συγκροτήματος.

Κυκλοφόρησε στις 18 Ιανουαρίου σε μαύρο και γαλάζιο βινύλιο, CD και Digital album από την Inner Ear.

 

Οι Bazooka είναι οι: Ξάνθος Παπανικολάου, Βασίλης Τζελέπης, Γιάννης Βούλγαρης, Άρης Ράμμος.

 

Σχετικά με Χρυσή Κυρατσού

Γραπτός λόγος ή προφορικός λόγος; Να μιλήσεις για τη μουσική; Και αν μιλήσεις τελικά τι να πρωτοπείς για μια μουσική εμπειρία; Αλλά και γενικότερα, αν αρχίσεις να μιλάς για κάθε εμπειρία της ζωής σου σε κάποιον τρίτο, προκύπτει το ερώτημα: «και τώρα πού να εστιάσω»; Γιατί κι ο άλλος ή η άλλη που έτυχε να σε ακούν, δεν θα κάτσουν να ασχοληθούν και πολύ. Κι έπειτα, πού να δίνω περισσότερη έμφαση, στο «συναίσθημα» και στη «ζωντανή εμπειρία», ή μήπως σε πιο «στεγνές» πληροφορίες; Και σε τι «αναλογία» τελικά»…. Κάτι τέτοια ερωτήματα μου φαίνεται συναντά μια μουσικός, που κάποτε , εκεί στην εφηβική Αποκάλυψη, αποφάσισε πως «η Πανκ αλλάζει τον κόσμο», μετά ήρθε η προσγείωση της ενηλικίωσης (όχι με την έννοια της ηλικίας στην ταυτότητα, αλλά με την έννοια της «ωριμότητας», της «σοβαρότητας» και τα λοιπά συμπαρομαρτούντα), που ομολογουμένως δεν κράτησε και πολύ. Κάτι η εθνομουσικολογία, κάτι το ραδιόφωνο, κάτι η μαγεία της Μουσικής (live ή μη), είναι και αυτός ο Ήχος που επηρεάζει κάθε κύτταρο του σώματός σου, και η απογείωση ήρθε. Και μαζί της και η «Μύγα». Το επόμενο ερώτημα που θα μας απασχολήσει, έχει τεθεί από τους Clash και είναι: “Should I stay or should I go now? If I go, there will be trouble, And if I stay it will be double”….. Άντε, να δούμε! Και καλή μας τύχη!

Δείτε όλα τα άρθρα του/της Χρυσή Κυρατσού →

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *