Review: Post Lovers, γράφει η Χρυσή Κυρατσού

Όταν πιάνεις τον εαυτό σου να σιγομουρμουρίζει σκόρπιες μελωδίες και στίχους από έναν δίσκο μετά από την πρώτη ακρόαση, μάλλον μια καλλιτεχνική ιδιοφυία κρύβεται από πίσω. Σε αυτή την περίπτωση, ιθύνων νους είναι η Ελένη Καραγεώργου, η οποία με το πρότζεκτ Post Lovers και το ομώνυμο ντεμπούτο κάνει την πρώτη της ολοκληρωμένη εμφάνιση στη μουσική σύνθεση και επεξεργασία, και μας χαρίζει δεκατρία δίλεπτα και τρίλεπτα τραγούδια, από τα οποία δύσκολα μπορείς να ξεχωρίσεις κάποιο: με κάθε ακρόαση ανακαλύπτεις μια ιστορία που δεν είχες προσέξει πιο πριν, ένα «γύρισμα» που σου κλείνει το μάτι και σε παρασύρει στο μονοπάτι που η δημιουργός θέλει.

Με κάθε ακρόαση είναι σαν να κοιτάς το είδωλό του εαυτού σου στον καθρέφτη, έτσι όπως διαμορφώνεται στην παρούσα ιστορική και κοινωνική συνθήκη, να καταδύεσαι σε αυτό και να το περιεργάζεσαι κατανοώντας το. Υπνωτιστικό mid-tempo, καθαρές και απλές μελωδίες, παύσεις που ξαφνιάζουν -ίσα για να πάρεις μια ανάσα πριν σου προσφέρει την επόμενη μουσική και στιχουργική ιδέα, κι εσύ να την ακολουθήσεις αδιαπραγμάτευτα, όπως θα έκανες με μια ανάμνηση της παιδικής σου ηλικίας. Κι αυτό είναι ακόμα ένα δυνατό σημείο του δίσκου αυτού: οι συνθέσεις του ισορροπούν αρμονικά ανάμεσα στο οικείο και στο φρέσκο, προσφέροντάς σου μια καινούργια μουσική εμπειρία. Αγαπημένες μουσικές επιρροές (δικές τους και δικές μας) από τα ‘90s, από την post punk και indie σκηνή ανιχνεύονται ανάγλυφα και ταυτόχρονα έχουν μετουσιωθεί σε κάτι ολότελα νέο, ικανό να επενδύσει τις δικές μας εμπειρίες όπως διαμορφώνονται μέσα στη δική μας σύγχρονη καθημερινότητα.

Το “Act Sister Act” εν είδει μανιφέστου, με τη φράση-mantra “in the fire burns desire of mankind”, ανοίγει τον δίσκο και θέτει το ερώτημα: πώς μπορεί να συμβιβάζεται κάποιος/κάποια με έμφυλα πρότυπα-προκάτ στα οποία δεν χωρά;

Στο “Being’, ο πόνος της ανθρώπινης ύπαρξης σε μια κοινωνία δομημένη σε πυλώνες που μας στερούν την ανθρωπινότητά μας, συναντιέται με την άρνηση συμβιβασμού με οτιδήποτε παράλογο και τρομακτικό, όπως η Tsvetaeva διακύρηξε σε ποίημά της, απόσπασμα του οποίου εντάσσεται στο τραγούδι. Θα μπορούσε να πει κανείς λοιπόν, πως δεν είναι τυχαίο που στίχοι της από το ποίημα «Γράμματα στην Τσεχοσλοβακία» συμπεριλαμβάνονται σε αυτό το τραγούδι –ένα από τα πιο εμβληματικά, κατά τη γνώμη μου- του δίσκου αυτού. Πρόκειται για μια ποιήτρια που με το έργο της που χαρακτηριζόταν από υπερπληθώρα συναισθημάτων και σκέψεων είχε διχάσει, καθώς το σημαίνον της κοινότοπης λέξης αδυνατούσε να αποτυπώσει το πολύπλοκο σημαινόμενο. Η πληθωρικότητα στις μουσικές αναφορές, στα συναισθήματα και στις σκέψεις που αποτυπώνονται στον στίχο, και συνάμα η καθαρότητα και απλότητα, τόσο στη μουσική όσο και στους στίχους σχηματίζουν την αντίθεση γύρω από την οποία στήνεται όλος ο δίσκος.

Στο “Look Around”, και να θέλεις δεν μπορείς να ξεφύγεις από το αμείληκτο ερώτημα που σε καλεί να αναλογιστείς τη συμβολή του καθενός και της καθεμιάς στην καταπίεση κάθε θηλυκότητας. Ερωτήματα που καίνε, σε αντίστιξη με ανάλαφρες μελωδίες που φέρουν αναμνήσεις από αλλοτινές εποχές.

Η αδιάκοπη ροή της ανθρώπινης ζωής, όμοια με ορμητικό ποτάμι, που παρασύρει και μεταφέρει σε νέους τόπους ό,τι προηγουμένως έχει συναντήσει, χωρίς δεύτερη σκέψη, και χωρίς οίκτο, είναι το θέμα του “Tiger”.

Το προσωπικό αδιέξοδο –που βιώνεται ακόμα πιο έντονα “On Sundays”-, όπως αυτό ορίζεται όταν παρασυρθείς από τις ψευδαισθήσεις τις εναρμονισμένες με τρόπους ζωής αντίθετους με ό, τι συγκροτεί τον εαυτό σου, με το ρεφρέν της διαπίστωσης της ανάγκης να αγαπάς τον εαυτό σου και να μη χάνεσαι στον άλλο, είναι ο άξονας για το “Fed Up”.

Ενώ στο “Healing”, οι προσωπικές ανασφάλειες όπως κληροδοτήθηκαν από την ίδια την οικογένεια, αναδεικνύονται ως κανονιστικές του «άλλου», κάνουν αντίστιξη με την προσωπική ευαλωτότητα, και μας προσκαλούν να περιπλανηθούμε σε μονοπάτια που συνδέουν το Τραύμα με την Επούλωσή του (ή και όχι). Μια μπαλάντα υπαρξιακή που θα μπορούσε να ‘χει βγει κατευθείαν από την κοιτίδα της φολκ αμερικανικής σκηνής των ‘70s.

Το σκληρό αίσθημα της απώλειας όταν η συμμετοχή στον Έρωτα είναι αδύνατη, όταν διαφορετικοί κόσμοι δεν μπορούν να συναντηθούν και να επικοινωνήσουν τον πλούτο τους, ξορκίζεται στο “Missing Dots”, και αντισταθμίζεται από τη βεβαιότητα της συνύπαρξης (ή μη) που αφηγείται το “Not Here”.

Το “Kick off” αποτελεί έναν ύμνο στο «εδώ» και στο «τώρα» πρόταγμα του μη συμβιβασμού με ό,τι παλιό που γίνεται βραχνάς της ύπαρξης –άλλο ένα μανιφέστο αυτού του δίσκου, με ορμή και post punk χαρακτήρα που θυμίζει στιγμές των Sonic Youth: “claim / the open sea / the right to be / no time for fading”…

Ένα κάλεσμα που διατυπώνεται ακόμα πιο γλαφυρά στο αμέσως επόμενο κομμάτι “To Do List”, με πρώτο «καθήκον» στη λίστα, “go stretch your arms / the time is right the tide is up”, και να αφεθείς σε ό, τι έχεις μάθει να θεωρείς «εκτός», ή «λάθος», ή «άλλο», ή…

Η αιρετικότητα αυτή παίρνει τη μορφή μιας θαμπής καρικατούρας του ιδανικού της οικογενειακής θαλπωρής στο “Dream Sessions”, ή όπως ανάλφρα στριφογυρίζει το ρεφρέν “every once in a while a warm gesture / just a second in time a sick pleasure”.

To τέλος της μουσικής και υπαρξιακής περιπλάνησης του δίσκου αυτού ορίζεται από το “Love Left”, τα επίμονα και αναπάντητα ερωτήματα που συνοδεύουν τη συναίσθηση της ωρίμανσης.

Στο εγχείρημά της Ελένης Καραγεώργου συμπράττουν οι μουσικοί Σταύρος Γεωργιόπουλος (μπάσο, φωνητικά), Δανάη Eco (πλήκτρα, κρουστά, φωνητικά), Δανάη Παλάκα (ντραμς), Νίκος Τσέλιος (ηλεκτρική κιθάρα, φωνητικά), ενώ η ίδια, πέρα από τα φωνητικά πρωτοστατεί στην ακουστική και ηλεκτρική κιθάρα, στα πλήκτρα και στα φωνητικά. Η παραγωγή είναι του Coti K, ενώ το άλμπουμ ηχογραφήθηκε την άνοιξη του 2018 στο Suono Studio.

Ο δίσκος κυκλοφορεί από την Inner Ear.

Σχετικά με miga art press

Τέχνη. Και καθημερινότητα. Αλλά και πώς η Τέχνη μπαίνει μέσα στην καθημερινότητά μας, ή μήπως η καθημερινότητά μας περιστρέφεται γύρω από την Τέχνη; Και σκέψεις και συναισθήματα, έτσι όπως αυτά διαμορφώνονται από την επαφή μας με την Τέχνη, αλλά και από την κοινωνική πραγματικότητα στην οποία ζούμε. Οι τρόποι που την αντιλαμβανόμαστε και την συναισθανόμαστε. Και την Τέχνη και την καθημερινότητα. Εν τέλει, και εν ολίγοις, ο λόγος μας για Τέχνη μέσα στην καθημερινότητά μας. Κι εδώ προκύπτει το εξής: τι να πρωτο-πει κανείς; Τι να πρωτο-γράψει; Από ποια θέση; Ερωτήματα που μας ώθησαν να φτιάξουμε αυτό το blog, έτσι ώστε, από κάποια αφετηρία, και μέσω του γραπτού λόγου, να ξεκινήσουμε από κάπου. Μαζί σας. Και αν η Τέχνη γίνεται καμβάς για τα συναισθήματα και για τις σκέψεις μας, ταυτόχρονα δεν αποκλείεται να διαταράσσει τα «κοινώς αποδεκτά», την «κοινή λογική», την «κοινή ησυχία». Για να βάλει –ή μήπως να σχηματοποιήσει υπάρχουσες- νέες δυναμικές στα κοινά κείμενα. Και κάπως έτσι προέκυψε η «Μύγα». Έντομο μικρό, -και όμως σκέφτεσαι κάτι πιο ενοχλητικό, ιδίως σε μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα, σαν αυτές που έρχονται; Ασταμάτητη, και με έναν ασίγαστο βόμβο, ικανότητα στο να «ενοχλήσει», και –γιατί όχι;-, να «διαταράξει». Καλές πτήσεις! Η Συντακτική Ομάδα του «Μύγα Art Press»

Δείτε όλα τα άρθρα του/της miga art press →

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *