Solstafir-Nochnoy Dozor @Fuzz

Tην Κυριακή 16 Δεκεμβρίου το Fuzz Live Music Club φιλοξένησε τους Solstafir από την Ισλανδία, οι οποίοι βρίσκονται για δεύτερη φορά στην Αθήνα, έχοντας μαζί τους τους Έλληνες Nochnoy Dozor. Το support σχήμα της βραδιάς είναι οι Nochnoy Dozor, μια μπάντα από την Αθήνα η οποία σχηματίστηκε το Δεκέμβρη του 2015, είναι συναυλιακά ενεργή κυρίως τον τελευταίο χρόνο, ενώ πριν από πολύ λίγο καιρό κυκλοφόρησε το πρώτο (ομώνυμο ) EP της.
Ξεκινούν την εμφάνισή τους με αρκετά άτομα κάτω από τη σκηνή, τα οποία λίγα λεπτά αργότερα γεμίζουν τον χώρο. Καρδιά της μπάντας, και ίσως μοναδική της ουσία ,αποτελούν τα διπλά γυναικεία φωνητικά, με τις δύο κοπέλες να ανταλλάσσουν πρωταγωνιστικό ρόλο μέσα στα κομμάτια.
Τα πλήκτρα, η κιθάρα , το μπάσο και τα τύμπανα λειτουργούν αποκλειστικά ως μουσικό χαλί ώστε να κινούνται πάνω οι δύο φωνές, έχοντας αδιάφορα παιξίματα πάνω σε χιλιοπαιγμένα θέματα , τα οποία είναι αδύνατο να συγκρατήσεις.
Το σετ της μπάντας αποτελείται από μια σειρά κομματιών με άνευρες συνθέσεις , χωρίς φαντασία, τα οποία αν δεν οριοθετούνταν από παύσεις μεταξύ τους, θα μπορούσαν να αποτελούν ένα ενιαίο 30λεπτο κομμάτι.
Οι Nochnoy Dozor δεν προσφέρουν τίποτα παραπάνω από δύο καλές φωνές με ωραία χροιά, αδυνατώντας να διεγείρουν τον ακροατή.
Οι Solstafir διαδέxονται τους Νochnoy Dozor στις 22:00 .
H μπάντα σχηματίστηκε το 1995 και η τωρινή τους σύνθεση αποτελείται από τους Aðalbjörn Tryggvason (φωνητικά & κιθάρες), Svavar Austman(μπάσο), Sæþór Maríus Sæþórsson (κιθάρες) και Hallgrímur Jón Hallgrímsson (ντραμς). Οι Ισλανδοί ανεβαίνουν σε μια πλημμυρισμένη από καπνό σκηνή , αντικρίζοντας ένα πολύ θερμό και ενθουσιώδες κοινό.
Από τα πρώτα δευτερόλεπτα την προσοχή τραβάει ο ήχος της μπάντας στο χώρο και ιδιαίτερα η στιβαρότητα της κάσας και ο όγκος του μπάσου. Λίγες είναι οι στιγμές που μου κινούν το ενδιαφέρον κατά τη διάρκεια της δίωρης σχεδόν παρουσίας τους πάνω στη σκηνή, και αυτές αφορούν κυρίως στην ένταση και εκφραστικότητα που αποκτούσε η φωνή, η οποία δίνει την αίσθηση πως φθάνει στα όριά της.
Πρόκειται για μία μπάντα εύπεπτης μουσικής, χτισμένης πάνω στις θέσεις των 4/4, με ρυθμούς που δεν γκρουβάρουν και μελωδίες αδιάφορες. Η σκηνοθεσία και η αλληλουχία των θεμάτων μέσα στα κομμάτια μοιάζει τυχαία, χαρακτηριστικό στο οποίο οφείλεται το γεγονός πως η αντικατάσταση της κιθάρας από banjo σε ένα κομμάτι δεν έγινε ηχητικά αντιληπτή. Όλα αυτά τα στοιχεία συντελούν στην δημιουργία μιας εμφάνισης θολής, που δεν σου προκαλεί -αφήνει κάποιο ιδιαίτερο συναίσθημα.

Σχετικά με miga art press

Τέχνη. Και καθημερινότητα. Αλλά και πώς η Τέχνη μπαίνει μέσα στην καθημερινότητά μας, ή μήπως η καθημερινότητά μας περιστρέφεται γύρω από την Τέχνη; Και σκέψεις και συναισθήματα, έτσι όπως αυτά διαμορφώνονται από την επαφή μας με την Τέχνη, αλλά και από την κοινωνική πραγματικότητα στην οποία ζούμε. Οι τρόποι που την αντιλαμβανόμαστε και την συναισθανόμαστε. Και την Τέχνη και την καθημερινότητα. Εν τέλει, και εν ολίγοις, ο λόγος μας για Τέχνη μέσα στην καθημερινότητά μας. Κι εδώ προκύπτει το εξής: τι να πρωτο-πει κανείς; Τι να πρωτο-γράψει; Από ποια θέση; Ερωτήματα που μας ώθησαν να φτιάξουμε αυτό το blog, έτσι ώστε, από κάποια αφετηρία, και μέσω του γραπτού λόγου, να ξεκινήσουμε από κάπου. Μαζί σας. Και αν η Τέχνη γίνεται καμβάς για τα συναισθήματα και για τις σκέψεις μας, ταυτόχρονα δεν αποκλείεται να διαταράσσει τα «κοινώς αποδεκτά», την «κοινή λογική», την «κοινή ησυχία». Για να βάλει –ή μήπως να σχηματοποιήσει υπάρχουσες- νέες δυναμικές στα κοινά κείμενα. Και κάπως έτσι προέκυψε η «Μύγα». Έντομο μικρό, -και όμως σκέφτεσαι κάτι πιο ενοχλητικό, ιδίως σε μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα, σαν αυτές που έρχονται; Ασταμάτητη, και με έναν ασίγαστο βόμβο, ικανότητα στο να «ενοχλήσει», και –γιατί όχι;-, να «διαταράξει». Καλές πτήσεις! Η Συντακτική Ομάδα του «Μύγα Art Press»

Δείτε όλα τα άρθρα του/της miga art press →

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *